Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΟΛΟΜΠΙΑΣ: Ο ΑΓΙΟΣ ΖΑΜΠΛΑΚΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΚΟΛΟΜΠΙΑ
Ὁ Ἅ­γιος Ζαμ­πλα­κᾶς

Ἦ­ταν ἕ­νας νέ­ος πα­πάς, Λάν­θα τὸν λέ­γα­νε, ποὺ ζοῦ­σε εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μὲ τὴν πα­πα­διά του. Τὸ σπί­τι τους ἦ­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ χω­ριοῦ, δί­πλα στὴ λί­μνη, χτι­σμέ­νο μὲ ὠ­μὰ πλι­θιὰ ξε­ρα­μέ­να στὸν ἥ­λιο. Στὸ κά­τω πά­τω­μα ἦ­ταν μπρο­στὰ ἕ­νας χῶ­ρος μὲ τὴ σκά­λα, τὸ ἀμ­πά­ρι τοῦ στα­ριοῦ καὶ τὸ πα­ρα­πόρ­τι ποὺ ἔ­βγα­ζε στὸ ἀ­χού­ρι, ὅ­που εἶ­χαν τὸν γά­ι­δα­ρο καὶ τὴν κα­τσί­κα. πί­σω τὸ μι­σο­σκό­τει­νο κα­τώ­ι μὲ τὰ δυ­ὸ με­γά­λα βα­ρέ­λια τοῦ κρα­σιοῦ, τὰ πι­θά­ρια, τὰ ξύ­λα γιὰ τὸν χει­μώ­να καί, κρε­μα­σμέ­να στὸν τοῖ­χο, τὰ δι­κέλ­λια καὶ τὸ δρε­πά­νι (ἐ­κεῖ ἡ πα­πα­διὰ σκι­ά­ζον­ταν νὰ πη­γαί­νει τὴ νύ­χτα, εἶ­χε καὶ πον­τί­κια ποὺ ἔ­κα­ναν πρρρρ… κα­θὼς ἔ­τρε­χαν πά­νω στὰ ξύ­λα). Πά­νω στὸν ὄ­ρο­φο, ἦ­ταν τὸ στε­νά­χω­ρο μα­γει­ριά τους καὶ δυ­ὸ μι­κροὶ ὀν­τά­δες, ἐ­νῶ μπρο­στὰ ἁ­πλω­νό­ταν τὸ χα­γιά­τι, μὲ κρε­μα­σμέ­να στὴ μιὰ με­ριὰ τὰ σκόρ­δα καὶ τὶς κα­τα­κόκ­κι­νες πι­πε­ρι­ές τους, τὶς μο­λό­χες ν’ ἀν­θί­ζουν γύ­ρω-γύ­ρω μέ­σα σὲ κά­τι ἀ­σπρι­σμέ­νους τε­νε­κέ­δες, καὶ στὴ μέ­ση τὸ μιν­τέ­ρι μὲ τὴν κόκ­κι­νη γι­άμ­πο­λη, ὅ­που κά­θον­ταν μι­σο­ξα­πλω­μέ­νος ὁ πα­πὰς ὅ­ταν σου­ρού­πω­νε καὶ κοί­τα­ζε γιὰ ὤ­ρα τὶς βάρ­κες νὰ τρα­βᾶ­νε πρὸς τὴν πέ­ρα με­ριὰ τῆς λί­μνης, πρὸς τὴν ἔ­ξω σκά­λα τοῦ Κά­στρου, μέ­χρι ποὺ χά­νον­ταν πί­σω ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ ὄρ­θια βρά­χια ποὺ σι­γά-σι­γὰ σκο­τεί­νια­ζαν. Κι ἡ πα­πα­διά, χω­ρὶς τοὺς μπε­λά­δες τῶν παι­δι­ῶν ἢ βα­ρι­ῶν δου­λει­ῶν (εἶ­χαν μό­νο ἕ­να χω­ρά­φι καὶ δυ­ὸ μι­κρὰ ἀμ­πέ­λια ἐ­κεῖ κον­τά), πή­γαι­νε τό­τε καὶ κα­θό­ταν δί­πλα του, ἀ­κού­γον­τας τον νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ψαλ­μου­δι­ὲς καὶ νοι­ώ­θον­τας τὸ σῶ­μα του νὰ κου­νι­έ­ται κά­θε τό­σο ρυθ­μι­κὰ καὶ νὰ κά­νει τὸ μιν­τέ­ρι νὰ σι­γο­τρί­ζει (εἶ­χε αὐ­τὸ τὸ χού­ι ὁ πα­πάς). Σὲ λί­γο ἄρ­χι­ζε νὰ τὸν χα­ϊ­δεύ­ει, τὸ γέ­νι τοῦ πα­πᾶ τρέ­μι­ζε μέ­σα στὸ μι­σο­σκό­τα­δο ποὺ ὅ­λο πή­χτω­νε, αὐ­τὴ ἔ­βγα­ζε κά­ποι­ο γε­λά­κι, ἰ­δί­ως ὅ­ταν τὴ φι­λοῦ­σε στὸ αὐ­τί, καὶ τὸ στό­μα τοῦ κα­θε­νὸς ἄρ­χι­ζε νὰ πλα­νι­έ­ται στὴ σάρ­κα τοῦ ἄλ­λου ἐ­νῶ τὰ μά­τια τους, ὅ­πο­τε τὰ εἶ­χαν ἀ­νοι­χτά, ἔ­πε­φταν κά­τω στὴν αὐ­λή, στὶς σκι­ὲς ποὺ πάν­τα σα­λεύ­α­νε. Ἔ­τσι λοι­πόν, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ παν­τρεύ­τη­καν δυ­ὸ χρό­νια πρίν, ρί­χνον­ταν σὲ μί­α τα­κτι­κὴ ἐν Χρι­στῷ ἡ­δο­νή, ποὺ μὲ τὴ σι­γου­ριὰ τῆς δρέ­ψης της ἔ­κα­νε τὸν πα­πὰ νὰ δο­ξά­ζει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ὑ­ψί­στου (μὲ ἀρ­κε­τὰ λά­θη, για­τί ἦ­ταν σχε­δὸν ἀ­γράμ­μα­τος) καὶ νὰ ἀ­πο­ρεῖ μὲ τὴ μω­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, ποὺ θε­ω­ροῦν τὴν εὐ­τυ­χί­α ἄ­πια­στο ἀ­γα­θό, ἐ­νῶ εἶ­ναι τό­σο ἁ­πλὴ ἡ ἀ­πό­κτη­σή της. Τοῦ φά­νη­κε με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο τό­σο φυ­σι­κὴ ἡ μα­κα­ρι­ό­τη­τά τους, ποὺ τὴ θε­ώ­ρη­σε ὡς κά­τι τὸ ἀ­ναλ­λοί­ω­το.

Ὅ­μως ὁ δι­ά­βο­λος, ποὺ ὅ­ταν βλέ­πει κά­που τὴ χα­ρὰ τρώ­ει τὰ λυσ­σια­κά του, καὶ μά­λι­στα στοὺς πα­πά­δες, ποὺ τοὺς κυ­νη­γά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο, τοὺς φθό­νη­σε καὶ ἔ­κα­νε τὴν πα­πα­διὰ νὰ δεῖ μί­α Κυ­ρια­κὴ στὴν ἐκ­κλη­σί­α, μέ­σα ἀ­π’ τὸ κα­φα­σω­τό τοῦ γυ­ναι­κω­νί­τη, τὰ γυ­α­λι­στε­ρὰ μαλ­λιά, τὸ μι­κρὸ μου­στά­κι, τὶς φαρ­δι­ὲς πλά­τες καί, ἰ­δί­ως, τὰ μά­τια ποὺ ἄ­στρα­φταν ἀ­πὸ μα­κριὰ ἑ­νὸς ξε­νο­με­ρί­τη μα­χαι­ρᾶ, τοῦ Τζε­ρο­νά­ρη, ποὺ κι αὐ­τὸς ὅ­ταν τὴν εἶ­δε νὰ βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α δάγ­κα­σε τὸ μου­στά­κι του. Λοι­πόν, ἡ πα­πα­διὰ θό­λω­σε, κι ἀ­πὸ ἐ­δῶ-ἀ­πὸ κεῖ βρῆ­κε μύ­ριους τρό­πους γιὰ νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ εἰ­δω­θοῦν κρυ­φά. Σύν­το­μα ἔ­λει­ω­ναν ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο, κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­βα­λε νὰ σκί­σει τὸ πα­νὶ ἀ­π’ τὸ φυ­λα­χτὸ ποὺ εἶ­χε ραμ­μέ­νο στὸ που­κά­μι­σό της, νὰ πά­ρει τὸν σκα­λι­στὸ σταυ­ρὸ ἀ­πὸ κέ­ρα­το βο­διοῦ ποὺ ἦ­ταν μέ­σα, νὰ τὸν στουμ­πί­σει καὶ νὰ ρί­ξει τὴ σκό­νη στὸ φαΐ τοῦ πα­πᾶ της, νὰ τὸν μα­ρα­ζώ­σουν. Ὅ­μως τί­πο­τα δὲν ἔ­γι­νε. Μιὰ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ συ­νευ­ρί­σκον­ται ὅ­σο θέ­λα­νε, τῆς ἦρ­θε κά­τι σὰν ἀ­φρο­δι­σια­κὸς πυ­ρε­τός, καὶ κόν­τευ­ε νὰ ρου­φή­ξει ἀ­κό­μη καὶ τὸν πα­πὰ ἀ­νά­με­σα στὰ σκέ­λια της, νὰ τὸν φά­ει.

Τέ­λος, μιὰ μέ­ρα ἔ­πε­σε ἄρ­ρω­στη, οὔ­τε ἔ­τρω­γε, οὔ­τε μι­λοῦ­σε, μό­νο βογ­κοῦ­σε. Ὁ πα­πὰς πῆ­γε νὰ τρε­λα­θεῖ, δο­κί­μα­σε ὅ­λα τὰ ζου­μιὰ καὶ τὰ γι­α­τρι­κά, ἀλ­λὰ δὲν τὴν εἶ­δε νὰ κα­λυ­τε­ρεύ­ει. Γιὰ νὰ μά­θει ἂν θὰ πε­θά­νει πῆ­γε σ’ ἕ­ναν γεί­το­νά του, τὸν Ρα­δι­νό τοῦ Μπρά­για ποὺ ἔ­πια­νε που­λιά, καὶ τοῦ πα­ράγ­γει­λε ἕ­ναν κα­λαν­τρί­νο. Ὅ­ταν τὸν πῆ­ρε, δε­μέ­νο μ’ ἕ­να σχοι­νὶ ἀ­π’ τὸ πό­δι, τὸν ἔ­βα­λε δί­πλα της προ­σέ­χον­τας νὰ δεῖ ἂν τὸ που­λὶ θὰ ἀ­πέ­στρε­φε τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ πά­νω της, ση­μά­δι πὼς θὰ πε­θά­νει. Ὁ κα­λαν­τρί­νος ὅ­μως μί­α σ’ αὐ­τὴν ἔ­βλε­πε, μιὰ ἀλ­λοῦ, καὶ ὁ πα­πὰς μπερ­δεύ­τη­κε. Πῆ­ρε τό­τε κά­του­ρο τῆς πα­πα­διᾶς σὲ μί­α μπου­κά­λα καὶ ζή­τη­σε ἀ­π’ τὴ Μι­χα­ή­λα τοῦ Ρέ­λου, ποὺ εἶ­χε μω­ρὸ ἀρ­σε­νι­κό, λί­γες στα­γό­νες γά­λα ἀ­π’ τὰ βυ­ζιά της. Ἔ­στα­ξε τὸ γά­λα στὸ κά­του­ρο καὶ ἔ­σκυ­ψε νὰ δεῖ: θὰ μεί­νει πά­νω πη­χτὸ τὸ γά­λα γιὰ νὰ σω­θεῖ ἡ ἄρ­ρω­στη, ἢ θὰ σκορ­πί­σει, νὰ γί­νει ἕ­να μὲ τὸ κά­του­ρο, νὰ πε­θά­νει; Πά­λι ὅ­μως δὲν μπό­ρε­σε νὰ κρί­νει –οὔ­τε σκόρ­πι­σε τε­λεί­ως, οὔ­τε ἔ­μει­νε πη­χτὸ– καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε πλέ­ον τί νὰ κά­νει. Ὥ­σπου αὐ­τὴ ἡ τρε­λα­μέ­νη ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα της καὶ τοῦ εἶ­πε, ἂν θέ­λει νὰ γί­νει κα­λά, νὰ πά­ει νὰ βρεῖ τὸν ἅ­γιο Ζαμ­πλα­κᾶ, ποὺ ἦρ­θε τά­χα στ’ ὄ­νει­ρό της κλαί­γον­τας, ἐ­πει­δὴ ἔ­πε­σε ἕ­νας τοῖ­χος μιᾶς ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος στ’ ὄ­νο­μά του, ποι­ὸς ξέ­ρει πού, καὶ τώ­ρα μπαί­νουν ἀ­γρί­μια με­σ’ στὸ ἱ­ε­ρό, κι ὁ ἴ­διος δὲν ἔ­χει μυ­ρί­σει λι­βά­νι ἐ­δῶ καὶ χρό­νια, καὶ νὰ πά­ει ὁ πα­πὰς νὰ βρεῖ τὴν ἐκ­κλη­σιὰ νὰ τὴ δι­ορ­θώ­σει καὶ νὰ τὴ λει­τουρ­γή­σει, για­τί ἀλ­λι­ῶς θὰ πά­ρου­νε με­γά­λο κρί­μα. Καὶ με­τὰ τὴν ἐ­πι­δι­όρ­θω­ση καὶ αὐ­τὴ θὰ γί­νει κα­λὰ καὶ με­γά­λη ὠ­φέ­λεια θὰ δοῦ­νε ἀ­πὸ τὸν ἅ­γιο.

Ἔ­ψα­ξε ὁ πα­πὰς στὸ κα­λεν­τά­ρι νὰ βρεῖ τὸν ἅ­γιο Ζαμ­πλα­κᾶ, ὅ­μως που­θε­νὰ τέ­τοι­ο ὄ­νο­μα. Ἡ πα­πα­διὰ τοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι νέ­ος ἅ­γιος καὶ δὲν τὸν πέ­ρα­σαν ἀ­κό­μα στὸ κα­λεν­τά­ρι, μό­νο νὰ μὴ χά­νει και­ρό, νὰ πά­ρει μπά­λα τὰ χω­ριὰ μέ­χρι νὰ βρεῖ τὴν ἐκ­κλη­σιά του. Ἔ­τσι, σὲ λί­γες μέ­ρες πῆ­ρε αὐ­τὸς λί­γες φο­ρε­σι­ές, κάμ­πο­σα πα­ξι­μά­δια μὲ ἐ­λι­ὲς καὶ ἀρ­κε­τὰ ἄ­σπρα, ποὺ τά ’­ρα­ψε στὶς φό­δρες τοῦ ρά­σου του, ἀ­νέ­βη­κε στὸν γά­ϊ­δα­ρό του καὶ χαι­ρέ­τη­σε λυ­πη­μέ­νος τὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι καὶ μί­α γε­λοῦ­σε μί­α ἔ­κλαι­γε, μὲ τὰ ὄ­μορ­φα μαλ­λιὰ της ἀ­να­κα­τε­μέ­να καὶ τὸ ἄ­σπρο στῆ­θος της νὰ φου­σκώ­νει κά­τω ἀ­π’ τὸ ροῦ­χο της, ποὺ ἔ­λε­γες νά, τώ­ρα θὰ σκι­στεῖ. Μέ­χρι ποὺ ἔ­στρι­ψε ὁ γαί­δα­ρος στὴ στρο­φὴ καὶ χά­σα­νε ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

Πῆ­γε ὁ πα­πὰς στὸ πρῶ­το χω­ριό, ρώ­τη­σε ἂν ἔ­χουν κα­μιὰ ἐκ­κλη­σί­α στὸν ἅ­γιο Ζαμ­πλα­κᾶ, ἀλ­λὰ ὅ­λοι ρω­τοῦ­σαν «τί;» καὶ δὲν ἤ­ξε­ραν τί­πο­τα. Τ’ ἀ­πό­γευ­μα ἔ­φτα­σε στὸ πιὸ πέ­ρα χω­ριό, τὴν ἄλ­λη μέ­ρα σ’ ἄλ­λο, κι ἐ­κεῖ τὰ ἴ­δια. Μὲ λί­γα λό­για πέ­ρα­σαν κον­τὰ δυ­ὸ μῆ­νες κι ὁ και­ρὸς ἄρ­χι­σε νὰ χα­λά­ει, ὁ γαί­δα­ρός του εἶ­χε ἀ­δυ­να­τί­σει καὶ τὰ λε­φτὰ του σώ­νον­ταν, κι εἶ­χε πά­ει σὲ σα­ράν­τα χω­ριὰ καὶ βά­λε, ἀλ­λὰ που­θε­νὰ ὁ ἅ­γιος ποὺ ἔ­ψα­χνε. Τὰ ρά­σα του τὰ ’­πλε­νε συ­χνὰ στὰ ρυά­κια, ἀλ­λὰ γρή­γο­ρα γί­νον­ταν πά­λι κα­φὲ ἀ­πὸ τὴ σκό­νη, κι ὅ­ταν ἔ­βρε­χε ἡ προ­βιὰ του λί­γο τὸν προ­στά­τευ­ε. Μι­λοῦ­σε μὲ τὸν γαί­δα­ρό του, ἔ­ψελ­νε, σ’ ἕ­να ντερ­βέ­νι ἔ­κα­νε καὶ μί­α κη­δεί­α. Εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲν τὸν πλά­κω­σαν τί­πο­τα λη­στές.

Σὲ ἕ­να χω­ριὸ τέ­λος, κά­ποι­ος πα­νοῦρ­γος σα­μαρ­τζής, Μό­ξιας λε­γό­με­νος, σὰν ἔ­πια­σε τὸ αὐ­τί του ὅ­τι ψά­χνει τὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἅ­γιου Ζαμ­πλα­κᾶ, τὸν πλη­σί­α­σε καὶ ρώ­τη­σε λε­πτο­μέ­ρει­ες, κι ὅ­ταν ἄ­κου­σε ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει δυ­να­τά, τρί­βον­τας τὴν κοι­λιά του. Κοί­τα­ξε τὸν πα­πὰ μὲ ὀρ­θω­μέ­νο τὸ μου­στά­κι καὶ τοῦ εἶ­πε, «δὲν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ος ἅ­γιος, δέ­σπο­τα· μό­ν’ μή­πως ἡ πα­πα­διά σου βρῆ­κε κα­νέ­ναν ἄλ­λον στὴ θέ­ση σου;». Αὐ­τός, ποὺ δὲν τοῦ εἶ­χε πε­ρά­σει κὰν ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ κά­τι τέ­τοι­ο, «τί λές, βρὲ θε­ο­σκο­τω­μέ­νε», εἶ­πε, καὶ τό­τε ὁ ἄλ­λος τοῦ πρό­τει­νε νὰ γυ­ρί­σουν μα­ζὶ στὸ χω­ριό του νὰ δοῦν, κι ἂν ἔ­χει δί­κιο, νὰ πά­ρει ἀ­π’ τὸν πα­πὰ τὸν γαί­δα­ρο, ἂν ὄ­χι, νὰ τοῦ δώ­σει ἑ­κα­τὸ ἄ­σπρα, κι ὁρ­κί­στη­κε νὰ κρα­τή­σει τὴ συμ­φω­νί­α στὸ Χρι­στὸ καὶ στὴν Πα­να­γί­α καὶ στὸν ἅ­γιο τῶν σα­μαρ­τζή­δων. Ὁ πα­πάς, κου­ρα­σμέ­νος κα­θὼς ἦ­ταν, δέ­χτη­κε, για­τί ἑ­κα­τὸ ἄ­σπρα δὲν ἦ­ταν λί­γα. Κι ἔ­τσι πῆ­ραν τὸ δρό­μο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ.

Με­τὰ ἀ­πὸ μέ­ρες φτά­σαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ μέ­σα σὲ δυ­να­τὴ βρο­χή. Ὁ σα­μαρ­τζὴς βο­ή­θη­σε τὸν πα­πὰ νὰ μπεῖ σ’ ἕ­να σα­κί, τὸ βό­λε­ψε στὰ κα­πού­λια τοῦ γα­ϊ­δά­ρου καὶ συ­νέ­χι­σε σκυ­φτός. Εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει ἀ­πὸ κάμ­πο­ση ὥ­ρα κι οἱ λα­σπω­μέ­νοι δρό­μοι ἦ­ταν σὰν βοῦρ­κος. Ἔ­ξω μό­νο σκυ­λιὰ γυ­ρί­ζα­νε. Σὲ λί­γο ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι τοῦ πα­πᾶ, ποὺ ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ, κά­πως ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα. Χτύ­πη­σε τὴν κρι­κέ­λα δυ­να­τά, κι ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μέ­σα ἡ φω­νὴ τῆς πα­πα­διᾶς ποὺ ρω­τοῦ­σε ποι­ός εἶ­ναι. Αὐ­τὸς τῆς εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος πρα­μα­τευ­τὴς ποὺ μό­λις ἔ­φτα­σε στὸ χω­ριὸ τους μέ­σ’ στὴ βρο­χή, κι ἂν μπο­ρεῖ νὰ τοῦ δώ­σει μί­α γω­νιὰ στὸ στά­βλο νὰ πε­ρά­σει τὴ νύ­χτα. Πο­νε­τι­κιὰ κα­θὼς ἦ­ταν σὲ λί­γο τοῦ ἄ­νοι­ξε, κρα­τών­τας πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι τῆς ἀ­νοι­χτὸ ἕ­να σά­λι νὰ μὴ βρέ­χε­ται. Τὸν ἔμ­πα­σε μέ­σα στὴν αὐ­λὴ μα­ζὶ μὲ τὸν γαί­δα­ρο, ποὺ δὲν τὸν γνώ­ρι­σε ἔ­τσι ποὺ εἶ­χε μεί­νει ὁ μι­σός, καὶ τὸν κά­λε­σε μά­λι­στα, μό­λις τα­κτο­ποι­η­θεῖ, ν’ ἀ­νέ­βει πά­νω νὰ φᾶ­νε. Ὁ σα­μαρ­τζὴς ὁ­δή­γη­σε τὸ ζῶ­ο στὸ ἀ­χού­ρι, ἀ­κούμ­πη­σε σὲ μί­αν ἄ­κρη τὸ τσου­βά­λι μὲ τὸν πα­πὰ κι ἔ­βα­λε μί­α στε­γνὴ ἀλ­λα­ξιά. Ἀ­π’ τὸ πά­νω πά­τω­μα ἀ­κού­γον­ταν ἀν­τρι­κὰ γέ­λια, για­τί ἡ πα­πα­διὰ ἡ κούρ­βα ἔμ­πα­ζε τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες νύ­χτες στὸ σπί­τι τὸν μα­χαι­ρᾶ, καὶ μά­λι­στα τὶς βρο­χε­ρὲς σὰν κι ἀ­πό­ψε. Δὲν τὴν ἔ­νοια­ζε καὶ πο­λὺ ἂν τοὺς ἔ­παιρ­ναν εἴ­δη­ση, ἦ­ταν σὰν ἀλ­λο­παρ­μέ­νη – καὶ πιὸ ὄ­μορ­φη ἀ­πὸ πο­τέ, σκέ­φτη­κε ὁ πα­πὰς κα­τά­χλω­μος μέ­σ’ στὸ σα­κί του, ὅ­που εἶ­χε ἀ­νοί­ξει μί­α τρύ­πα κι ἔ­βλε­πε.

Ὁ σα­μαρ­τζὴς ἀ­νέ­βη­κε πά­νω κι ἀ­κού­γον­ταν γιὰ ὤ­ρα οἱ φω­νὲς καὶ τὰ γέ­λια τῶν τρι­ῶν τους, ποὺ εἶ­χαν πέ­σει στὸ φα­γο­πό­τι. Ὁ μα­χαι­ρᾶς ἦ­ταν τά­χα ξά­δερ­φος τῆς πα­πα­διᾶς καὶ θὰ ’­με­νε μό­νο γιὰ κεί­νη τὴ νύ­χτα στὸ σπί­τι της. Αὐ­τὴ τρα­γού­δη­σε καὶ χό­ρε­ψε, καὶ με­τὰ ζή­τη­σε ἀ­π’ τὸν ξέ­νο της νὰ τοὺς πεῖ ἕ­να τρα­γού­δι ἀ­π’ τὸ χω­ριό του. Γιὰ νὰ μὴ τοὺς χα­λά­σει τὸ χα­τί­ρι αὐ­τὸς τοὺς τρα­γού­δη­σε:

Ἄ­κου στὸ σα­κὶ κρυμ­μέ­νος
καὶ στὸν τοῖ­χο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος
μοῦ ’­θε­λες ἄ­σπρα ἑ­κα­τὸ
καὶ ’­γὼ τὸν γαί­δα­ρο αὐ­τό.

Τοὺς ἄ­ρε­σε πο­λὺ τὸ τρα­γού­δι καὶ γε­λών­τας τὸ ἐ­πα­νέ­λα­βαν ρυθ­μι­κά, ἐ­νῶ στὸ χα­μη­λὸ φῶς τῆς λάμ­πας τὰ μά­γου­λά τους φαί­νον­ταν ἀ­κό­μα πιὸ ξα­ναμ­μέ­να ἀ­π’ ὅ,τι ἦ­ταν.

Τέ­λος, ὅ­ταν κι οἱ τρεῖς τους εἶ­χαν σχε­δὸν με­θύ­σει, ὁ σα­μαρ­τζὴς κα­τέ­βη­κε ἀ­φή­νον­τας ἕ­να ρέ­ψι­μο, μπῆ­κε στὸ ἀ­χού­ρι, ἔ­λυ­σε τὸ σα­κί, βο­ή­θη­σε τὸν πα­πὰ νὰ βγεῖ καί, κλεί­νον­τάς του κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κὰ τὸ μά­τι, ξά­πλω­σε στὰ ἄ­χυ­ρα. Ὁ πα­πὰς σι­γο­πα­τών­τας ἀ­νέ­βη­κε τὴ σκά­λα καὶ ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­κού­ει τώ­ρα κα­θα­ρὰ τὰ βογ­γη­τὰ τῆς ἡ­δο­νῆς τους. «Θε­έ μου, μὴ χρο­νί­σεις, ἐ­ξο­λό­θρευ­σε τοὺς ἐ­χθρούς μου μὲ χο­λέ­ρα καὶ δί­ψα», ξε­στό­μι­σε τὴ γνω­στὴ κα­τά­ρα μα­δών­τας τὰ γέ­νεια του. Ἀ­π’ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα μάν­τευ­ε πιὸ πο­λὺ πα­ρὰ ἔ­βλε­πε τὰ γυ­μνά τους σώ­μα­τα νὰ πα­λεύ­ουν θαρ­ρεῖς, καὶ τὴν ἔ­φε­ρε στὸ μυα­λὸ του δι­κιά του, τὴν κοι­λιά του νὰ γλι­στρᾶ ἀ­νά­με­σα στὰ χα­λα­ρά της σκέ­λια, τὸ στῆ­θος της νὰ πάλ­λε­ται μέ­σ’ στὴ χού­φτα του, τὸν τεν­τω­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω λαι­μό της μὲ τὶς λε­πτὲς γα­λά­ζι­ες φλέ­βες, ποὺ πά­νω τοῦ κα­μιὰ φο­ρά, κα­θὼς ἔ­σκυ­βε νὰ τὸν φι­λή­σει, ἔ­στα­ζε λί­γο σά­λιο ποὺ τοῦ ξέ­φευ­γε ἀ­π’ τὸ στό­μα, καὶ ὅ­που με­τὰ ἔ­κρυ­βε τὸ πρό­σω­πό του, σὰν σὲ φω­λιά.

Κά­θι­σε ἐ­κεῖ φαρ­μα­κω­μέ­νος γιὰ ὤ­ρα, ὥ­σπου τέ­λει­ω­σαν. Με­τὰ ὁ μα­χαι­ράς, γιὰ τὸν ἱ­δρώ­τα ποὺ ἔ­χυ­σε καὶ γιὰ νὰ σβή­σει τὴν κα­ΐ­λα τοῦ με­θυ­σιοῦ, τῆς ζή­τη­σε νε­ρό, κι αὐ­τὴ κα­τέ­βη­κε νὰ πά­ρει ἀ­πὸ μί­α στά­μνα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ κα­τώ­ι. Τό­τε ὁ πα­πὰς πῆ­ρε μί­α μα­χαί­ρα ποὺ εἶ­χε γιὰ τὰ κρέ­α­τα σ’ ἕ­να ρά­φι τοῦ μα­γει­ρει­οῦ, μπῆ­κε σι­γά-σι­γὰ στὸ δω­μά­τιο καὶ χά­ι­δε­ψε ἀρ­γὰ τὸν λαι­μὸ τοῦ ἄλ­λου, παίρ­νον­τάς του τὰ μέ­τρα. Ἐ­κεῖ­νος ἄ­φη­σε ἕ­να γέ­λιο, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ἦ­ταν ἡ πα­πα­διὰ ποὺ εἶ­χε γυ­ρί­σει. Ὕ­στε­ρα μ’ ἕ­να γε­ρὸ χτύ­πη­μα τοῦ ἔ­κο­ψε πέ­ρα γιὰ πέ­ρα τὸ κε­φά­λι, τὸ ’­πια­σε ἀ­π’ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τὸ πέ­τα­ξε σὲ μί­α γω­νιά, κου­κου­λώ­νον­τας μὲ τὸ σεν­τό­νι τὸ κορ­μὶ ποὺ σπαρ­τα­ροῦ­σε ἀ­κό­μα. Ἦρ­θε ἡ πα­πα­διά, μι­σό­γυ­μνη, ἔ­βα­λε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ κον­τά του, φύ­ση­ξε τὸ κε­ρὶ καὶ ἔ­πε­σε δί­πλα του. Πῆ­γε νὰ τὸν ἀγ­κα­λιά­σει ἀλ­λὰ δὲν βρῆ­κε κε­φά­λι στὸ μα­ξι­λά­ρι, μό­νο ἕ­να ζε­στὸ ὑ­γρὸ ποὺ ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­κό­μη ἀ­π’ τὸν λαι­μό του. Ἔ­τρε­ξε σκουν­του­φλών­τας κά­τω, μπῆ­κε στὸν ἀ­χυ­ρώ­να, ξύ­πνη­σε τὸν σα­μαρ­τζὴ καὶ τὸν ρώ­τη­σε: «Ξέ­νε, ἂν θυ­μᾶ­σαι, εἶ­χε κε­φά­λι ὁ ξά­δερ­φός μου πρὶν πέ­σου­με νὰ κοι­μη­θοῦ­με;». «Εἶ­χε μοῦ φαί­νε­ται», εἶ­πε αὐ­τός, κι ἀ­νέ­βη­κε μα­ζί της πά­νω, ἀ­νά­ψα­νε τὴ λάμ­πα καὶ εἶ­δαν ὅ­τι πράγ­μα­τι ὁ μα­χαι­ρᾶς ἦ­ταν ἀ­κέ­φα­λος. Αὐ­τή, ξε­χνών­τας νὰ τὸν θρη­νή­σει, με­θυ­σμέ­νη θαρ­ρεῖς γιὰ πάν­τα, ἔ­πλε­ξε τὰ χέ­ρια της καὶ εἶ­πε: «Ἄχ, ἡ μαύ­ρη μου, τί θὰ τὸν κά­νου­με τώ­ρα;». Βρή­κα­νε τὸ κε­φά­λι τοῦ πε­ταγ­μέ­νο στὴ γω­νιά, τὸν πι­ά­σα­νε αὐ­τὸς ἀ­π’ τὰ πό­δια κι αὐ­τὴ ἀ­π’ τὰ χέ­ρια, τὸν κου­βα­λή­σα­νε κά­τω σέρ­νον­τας τὸν, τὸν βγά­λαν ἔ­ξω στὴν αὐ­λὴ καὶ τὸν πα­ρα­χώ­σα­νε μα­ζὶ μὲ τὸ κε­φά­λι πρό­χει­ρα σὲ κά­τι κο­πρι­ὲς ποὺ χω­νεύ­α­νε δί­πλα στὴν πόρ­τα τοῦ ἀ­χυ­ρώ­να. Ὕ­στε­ρα πῆ­γαν καὶ κοι­μή­θη­καν.

Τὸ πρω­ὶ ὁ σα­μαρ­τζὴς φόρ­τω­σε στὸν γαί­δα­ρο τὸ σα­κὶ μὲ τὸν πα­πά, εὐ­χα­ρί­στη­σε τὴν πα­πα­διὰ γιὰ τὴ φι­λο­ξε­νί­α της καὶ ἔ­φυ­γε. Ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἀρ­κε­τὰ ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἔ­βγα­λε ἔ­ξω τὸν πα­πὰ καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε σὰν κα­λὸς φί­λος, παίρ­νον­τας μα­ζί του ἀ­π’ τὴν τρι­χιὰ τὸν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο γαί­δα­ρο, ποὺ μὲ τὴν πε­ρι­ποί­η­ση, σκε­φτό­ταν, θὰ τὸν ἔ­κα­νε πά­λι πα­χου­λὸ καὶ μὲ γυ­α­λι­σμέ­νη τὴν τρί­χα. Κι ὁ πα­πὰς μὲ τὸ κα­λυμ­μαύ­χι στὸ χέ­ρι γιὰ νὰ μὴν τοῦ τὸ πά­ρει ὁ ἀ­έ­ρας ποὺ εἶ­χε ση­κω­θεῖ καὶ μὲ τὸ δι­σάκ­κι στὸν ὦ­μο, κί­νη­σε γιὰ τὸ σπί­τι του.

Βρῆ­κε τὴν πα­ρά­νο­μη πα­πα­διὰ μέ­σα στὸν ἀ­χυ­ρώ­να, κα­θι­σμέ­νη πά­νω σὲ μιὰ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νη καρ­δά­ρα δί­πλα στὴν κα­τσί­κα, μ’ ἕ­να κομ­μά­τι ἄ­χυ­ρο κολ­λη­μέ­νο στὰ χεί­λη, ποὺ ἡ ἄ­κρη του κου­νι­ό­ταν μὲ τὴν ἀ­νά­σα της. Φο­ροῦ­σε μιὰ φαρ­διὰ ἀ­μά­νι­κη που­κα­μί­σα καὶ οἱ γυ­μνές της γάμ­πες, τὰ μπρά­τσα, τοῦ φά­νη­καν τώ­ρα θαρ­ρεῖς πιὸ ὄ­μορ­φα ἀ­πὸ πα­λιὰ ποὺ τὰ κα­τεῖ­χε. «Ἦρ­θα γυ­ναί­κα», εἶ­πε, κι αὐ­τὴ γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ τὰ με­γά­λα της μά­τια δί­χως νὰ ξαφ­νια­στεῖ, ἔ­τσι μαῦ­ρον μπρο­στά της, μὲ τὰ χον­τρο­πά­που­τσά του βου­τηγ­μέ­να στὴ λά­σπη καὶ μὲ στρα­βο­πα­τη­μέ­να τὰ γέ­νεια καὶ τὰ μαλ­λιά του ἀ­πὸ τὸ κλεί­σι­μο μέ­σ’ στὸ τσου­βά­λι.

Πῆ­γε νὰ τὸν πλη­σιά­σει, ἀλ­λ’ αὐ­τὸς ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πί­σω καὶ ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει ὅ­τι τὸν ἅ­γιο Πού­στη της δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸν βρεῖ (αὐ­τὴ οὔ­τε ποὺ φά­νη­κε νὰ πρό­σε­ξε τὴ βρι­σιά), ὅ­τι ὁ γαί­δα­ρός τους ψό­φη­σε καὶ ὅ­τι τὰ ἄ­σπρα τοῦ τέ­λει­ω­σαν, γι’ αὐ­τὸ ἔ­πρε­πε νὰ μὴν χά­νουν και­ρό, ἔ­πρε­πε ν’ ἀρ­χί­σουν νὰ δου­λεύ­ουν, νὰ φορ­τώ­σουν ἀ­μέ­σως τὴν κο­πριὰ ἐ­κεί­νη μπρο­στὰ στὸν ἀ­χυ­ρώ­να στὸ κά­ρο τους ποὺ ἦ­ταν γερ­μέ­νο σὲ μιὰ γω­νιά, νὰ δα­νει­στοῦν ἕ­να ζῶ­ο ἀ­πὸ κά­ποι­ον γεί­το­νά τους καὶ νὰ πᾶ­νε στὸ χω­ρά­φι νὰ τὸ κο­πρί­σουν καὶ με­τὰ νὰ τὸ ὀρ­γώ­σουν. Τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να φτυά­ρι, καὶ ὅ­πως ἦ­ταν, ἄ­πλυ­τος ἀ­κό­μη, κά­θι­σε σ’ ἕ­να κού­τσου­ρο καὶ τὴν κοί­τα­ζε ποὺ ἔ­παιρ­νε κά­τι ἐ­πι­πό­λαι­ες φτυ­α­ρι­ές. Ἡ κο­πριὰ ἦ­ταν λί­γη, κι ἔ­τσι σύν­το­μα φά­νη­κε τὸ βρω­μι­σμέ­νο πτῶ­μα, πρῶ­τα τὸ ἕ­να χέ­ρι μ’ ἕ­να χρυ­σὸ δα­χτυ­λί­δι ποὺ γυ­ά­λι­σε στὸ πρω­ι­νὸ φῶς. «Βρέ-βρέ», εἶ­πε πλη­σι­ά­ζον­τας, καὶ ἔ­κα­νε ἀρ­γὰ τὸν σταυ­ρό του, ἐ­νῶ ἡ πα­πα­διὰ στέ­κον­ταν κοι­τά­ζον­τας λο­ξά, μὲ τὸ ἕ­να μά­τι της, αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἔ­βλε­πε ὁ πα­πάς, κλει­σμέ­νο. Τὸν βγά­λα­νε χω­ρὶς λέ­ξη, τὸν χώ­σα­νε ἔ­τσι ἀ­κα­θά­ρι­στο σ’ ἕ­να σα­κί, ρί­ξαν μέ­σα καὶ τὸ κε­φά­λι, ποὺ πῆ­γε μ’ ἕ­ναν ξε­ρὸ ἦ­χο κά­τω-κά­τω, πλά­ι στὸν πι­σι­νό του, καὶ ὁ πα­πὰς τῆς εἶ­πε νὰ τὸν φορ­τω­θεῖ, νὰ πᾶ­νε νὰ τὸν ρί­ξου­νε κρυ­φὰ στὴ λί­μνη, κά­τω ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ ἀ­πό­το­μα βρά­χια. Κλει­δώ­σα­νε τὸ σπί­τι καὶ ἔ­τσι, μπρο­στὰ αὐ­τὴ δι­πλω­μέ­νη ἀ­π’ τὸ βά­ρος κι αὐ­τὸς πί­σω της σὰν κό­ρα­κας, μὲ τὰ ροῦ­χα τους ν’ ἀ­νε­μί­ζουν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ μὲ κά­τι χον­τρὲς στά­λες νὰ τοὺς πέ­φτουν κά­θε τό­σο στὸ μέ­τω­πο, κί­νη­σαν πρὸς τὰ πέ­ρα.

Σὲ λί­γο ἔ­κα­ναν μί­α στά­ση κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο κι ἡ πα­πα­διά, κοι­τά­ζον­τας τὰ λα­σπω­μέ­να πό­δια της καὶ χα­μο­γε­λών­τας, τρα­γού­δη­σε μὲ κά­πως βρα­χνὴ φω­νὴ ἀ­π’ τὸ χθε­σι­νὸ με­θύ­σι ἕ­να τρα­γου­δά­κι ποὺ ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἦ­ταν μι­κρή: 

Τρεῖς πη­γαί­νουν δυ­ὸ γυρ­νᾶ­νε
τὰ ἀ­η­δό­νια κε­λα­ϊ­δᾶ­νε.

Με­τὰ συ­νέ­χι­σαν, καὶ κά­τω ἀ­π’ τὴ βρο­χή, ποὺ ἄρ­χι­σε πλέ­ον νὰ πέ­φτει κα­νο­νι­κά, ὁ πα­πὰς τρα­γού­δη­σε μὲ τὴ σει­ρά του:

Τρεῖς πᾶν κι ἕ­νας γυρ­νά­ει
τὸ ἀ­η­δό­νι κε­λα­ϊ­δά­ει.

Κι ὅ­σο κι ἂν ἡ πα­πα­διά, με­σ’ στὸ λα­χά­νια­σμά της, τὸν δι­όρ­θω­νε, λέ­γον­τάς του ὅ­τι ὅ­λο τὸ χω­ριὸ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι τὸ σω­στὸ ἦ­ταν ὅ­πως τὸ ’­λε­γε αὐ­τή, αὐ­τὸς τὸ χα­βά του, συ­νέ­χι­ζε, ψάλ­λον­τας θαρ­ρεῖς, νὰ τὸ λέ­ει μὲ τὸν δι­κό του τρό­πο. Συγ­χρό­νως ἔ­βγα­λε κρυ­φὰ ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του σπάγ­κο καὶ μιὰ σα­κο­ρά­φα, κι ἔ­τσι κα­θὼς αὐ­τὴ προ­πο­ρευ­ό­ταν ἀρ­γὰ ἄρ­χι­σε μὲ ἐ­πι­δέ­ξι­ες κι­νή­σεις νὰ ρά­βει γε­ρὰ τὶς δί­πλες ἀ­π’ τὸ φου­στά­νι της μὲ τὸ τσου­βά­λι.

Ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στὸν γκρε­μό, εἶ­δαν κά­τω τὸ μαῦ­ρο νε­ρὸ νὰ σπά­ει μὲ ὁρ­μὴ πά­νω στὰ βρά­χια καὶ νὰ κά­νει ἐ­κεῖ κον­τὰ μιὰ με­γά­λη δί­νη, ποὺ λέ­γα­νε ὅ­τι ἦ­ταν τὸ στοι­χει­ὸ τῆς λί­μνης ποὺ ρου­φοῦ­σε τὸ νε­ρὸ καὶ με­τὰ τὸ ξερ­νοῦ­σε, κά­νον­τας τὸ πι­κρὸ ἐ­κεῖ γύ­ρω. Πιὸ πο­λὺ ὅ­μως ἤ­θε­λε νὰ ρου­φά­ει ἀν­θρώ­πους, ἄ­μυα­λα παι­διὰ ποὺ πέ­φτα­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ τὸ κα­λο­καί­ρι νὰ δρο­σι­στοῦν ἢ ψα­ρά­δες ποὺ τοὺς πλά­κω­νε ξαφ­νι­κὴ μπό­ρα καί, πρὶν προ­λά­βουν νὰ φτά­σουν στὴν ἀ­κτή, τὰ βα­ριὰ κύ­μα­τα νι­κοῦ­σαν τὶς τρο­μαγ­μέ­νες τους κου­πι­ὲς καὶ τοὺς ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­ζαν τὴ βάρ­κα.
«Ἄιν­τε πα­πα­διά μου, πέ­τα τον», τῆς εἶ­πε, σκί­ζον­τας πί­σω του ἄ­θε­λα λου­ρί­δες ἀ­π’ τὸ ρά­σο του μὲ δά­χτυ­λα ποὺ τρέ­μα­νε. Αὐ­τὴ ἔ­κα­νε ἔ­τσι νὰ ξε­φορ­τω­θεῖ τὸ τσου­βά­λι καί, ραμ­μέ­νη κα­θὼς ἦ­ταν, πα­ρα­σύρ­θη­κε μα­ζὶ μ’ αὐ­τὸ στὸ κε­νό. Πέ­φτον­τας τρα­βή­χτη­κε ἡ φού­στα της καὶ φά­νη­καν γιὰ μιὰ τε­λευ­ταῖ­α στιγ­μὴ τὰ ἄ­σπρα μυ­ρω­δά­τα της μπού­τια, ἐ­νῶ ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νή της νὰ λέ­ει: «Τώ­ρα πῶς θ’ ἀ­νοί­ξεις, πα­πά μου, ποὺ ἔ­χω τὸ κλει­δὶ στὴν τσέ­πη μου;».
Γύ­ρι­σε πί­σω τρα­γου­δών­τας πά­λι: 

Τρεῖς πᾶν κι ἕ­νας γυρ­νά­ει
τὸ ἀ­η­δό­νι κε­λα­ϊ­δά­ει. 

Πή­δη­ξε τὸ ντου­βά­ρι τῆς αὐ­λῆς, μπῆ­κε στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὸ πα­ρα­πόρ­τι τοῦ ἀ­χυ­ρώ­να, ἀ­νέ­βη­κε στὸ χα­γιά­τι κι ἔ­τσι βρεγ­μέ­νος κά­θι­σε, με­τὰ ἀ­πὸ τό­σο και­ρό, στὴ γνω­στή του θέ­ση, στὸ μιν­τέ­ρι μὲ τὴν κόκ­κι­νη γι­άμ­πο­λη. Σι­γο­κου­νών­τας ρυθ­μι­κὰ τὸ σῶ­μα του ὅ­πως πα­λιὰ στύ­λω­σε τὸ βλέμ­μα του στὴ μο­λυ­βέ­νια λί­μνη, γε­μά­τη μι­κρὰ ἄ­σπρα κύ­μα­τα, ποὺ ἔ­με­ναν γιὰ λί­γο σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τα πρὶν χα­θοῦν καὶ πά­ρουν τὴ θέ­ση τοὺς ἄλ­λα.

(Ἀ­πὸ πα­ρα­μύ­θι τοῦ λα­οῦ)

* * *
To κεί­με­νο αὐ­τὸ ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ε­ται ἀ­πὸ Ἑ­βδο­μα­δια­ία ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Κα­στο­ριᾶς τὴν «ΟΔΟ». Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Τὸ Πα­ρα­μι­λη­τό», τεῦ­χος 8, Χει­μώ­νας 1990-91, σέλ. 39-45. 


Γιῶργος Γκολομπίας
Δημοσίευμα στὴν ΚΑΘΗΝΕΡΙΝΗ 30/4/2009

ΑΠΩΛΕΙΑ. Ἀπὸ τοὺς πιὸ σοβαροὺς ἐρευνητὲς στὸν χῶρο τῆς ἱστορικῆς φωτογραφίας, τῶν χαρτῶν καὶ τῶν τεκμηρίων τοῦ «χάρτινου πολιτισμοῦ», ἦταν ὁ Γιῶργος Γκολομπίας, ποὺ ἔφυγε πρόωρα ἀπὸ τὴ ζωὴ σὲ ἡλικία 48 ἐτῶν. Ὁ Γιῶργος Γκολομπίας, ποὺ ἦταν καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀναγνωρισμένους συλλέκτες καὶ «προστάτης» τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας του, τῆς Καστοριᾶς, εἶχε κερδίσει τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἐκτίμηση χάρη στὴ βαθιά του γνώση, τὴ σχολαστικότητά του καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στὸ ἐρευνητικό του πεδίο.
Χάρη στὸν Γιῶργο Γκολομπία διασώθηκαν ἀναρίθμητα κειμήλια τοῦ νεότερου πολιτισμοῦ. Ἡ Καστοριὰ τοῦ ὀφείλει τὴ διάσωση καὶ ἀνάδειξη τοῦ ἀρχείου τοῦ φωτογράφου Λεωνίδα Παπάζογλου. Οἱ μοναδικὲς φωτογραφίες, ποὺ ἀναπαριστοῦν τὴν παλιὰ Καστοριά, ἔγιναν ἀντικείμενο ἔκθεσης ἀπὸ τὸ Μουσεῖο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης καὶ ἐκδόθηκε σχετικὸ λεύκωμα. «Ἦταν ἐξαιρετικὰ εὔστοχος στὴν ἐπισήμανση τῆς λεπτομέρειας καὶ ἀκριβῆς στὴν καταγραφὴ τῆς τεκμηρίωσης», λέει ὁ Κωστὴς Ἀντωνιάδης, πού, ὡς διευθυντὴς τότε τοῦ Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης εἶχε συνεργαστεῖ μὲ τὸν Γιῶργο Γκολομπία γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ Ἀρχείου Λεωνίδα Παπάζογλου.
Ὁ Γιῶργος Γκολομπίας γεννήθηκε τὸ 1961 στὸ Βογατσικὸ Καστοριᾶς καὶ σπούδασε Ἰατρικὴ στὴ Θεσσαλονίκη. Ὁ «γιατρός», ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσαν, ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς βασικοὺς συνεργάτες τῆς Ἁγιορειτικῆς Φωτοθήκης (ὅπου συνεργάστηκε μὲ τὸν πατέρα Ἰουστίνο) καὶ διατηροῦσε στενὲς ἐπαφὲς μὲ ἄλλους συλλέκτες ὅπως τὸν Ν. Ε. Τόλη καὶ Μιχάλη Τσάγκαρη. «Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος μὲ μεγάλη θεωρητικὴ κατάρτιση», λέει ὁ Ν. Ε. Τόλης, ὁ ὁποῖος συνεργάστηκε μαζί του στὸ ὑπὸ ἔκδοση λεύκωμα «Ἀπὸ τὴν Ἀπελευθέρωση στὸν Γράμμο» (Ἡνωμένοι Φωτορεπόρτερ). «Ὁ τρόπος ποὺ ἔζησε ἀποτέλεσε μάθημα ζωῆς γιὰ ὅλους μας». Μὲ μεγάλη ἀξιοπρέπεια ἀντιμετώπισε τὸ θέμα τῆς ἀσθένειάς του.
Μεγάλη του ἀγάπη ἦταν ἡ Καστοριά. Τὸ προσωπικὸ ἀρχεῖο τοῦ Γιώργου Γκολομπία ἀποτελεῖ ἕνα σημαντικὸ ἀποθησαύρισμα τοῦ πολιτισμοῦ τῆς περιοχῆς καὶ μία παρακαταθήκη γιὰ τὸ μέλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: