Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2012

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΑΛΗΣΜΟΝΑ. ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ..!

Φωτογραφία:Γιάννης Πατίλης
Ἡ Ἀ­λη­σμό­να
Ἀ­πὸ τὰ μνή­μα­τα στὰ μνη­μεῖ­α
τοῦ Δη­μή­τρη Γ. Κα­νελ­λό­που­λου

Σχέ­διο γιὰ ἕ­να ἐ­πι­τύμ­βιο

Τὰ λό­για τῆ­ς ἀ­γά­πης σας
ποὺ ξέ­χα­σα
τὴ νύ­χτα ὁ ου­ρα­νός
μοῦ τὰ γυ­ρί­ζει σ’ ἄ­στρα
Βαγ­γέ­λη­ς Ἀ­πο­στο­λό­που­λος, 
Μι­κρὲ­ς Ἀ­λε­ξάν­δρει­ες,
σελ. 23, 1990, Ἀ­χα­ϊ­κὲ­ς Ἐκ­δό­σεις.


Τὶς κρύ­ες νύ­χτες τοῦ χει­μῶ­να, κα­θό­μουν μα­ζί του στὸ πα­ρα­γώ­νι. Στὴ δε­ξιὰ πλευ­ρά, π’­ ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὴ μι­σάν­τρα. Τὸ κα­θι­στι­κό μας τὸ φώ­τι­ζε μί­α λάμ­πα πε­τρε­λαί­ου π’ ἄ­να­βε νω­ρὶ­ς ἡ «γριά» — ἡ για­γιά μου. Ἔ­τσι τὴ­ν ἀ­πο­κα­λοῦ­σα κι ἐ­γώ, μι­μού­με­νος τὸν γέ­ρο-πάπ­πο μου. Τὰ κού­τσου­ρα ἔ­και­γαν, κά­τι με­γά­λες πο­λύ­χρω­μες φλό­γες κι ἐ­μεῖς, κα­θό­μα­στα­ν ἐ­κεῖ νὰ ἀ­πο­φύ­γου­με τὸ κρύ­ο –δη­λη­τή­ριο, φαρ­μά­κι τὸ σκα­σμέ­νο– ἔ­λε­γε ἡ­ γριά, νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα, μέ­χρι νὰ πᾶ­με γι­ὰ ὕ­πνο στὴν κά­μα­ρη. 
Οἱ ἱ­στο­ρί­ε­ς ἄρ­χι­ζαν συ­νή­θως με­τὰ τὸ ­φα­γη­τὸ –ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τοῦ φα­γη­τοῦ εἶ­χε μιὰ ἱ­ε­ρο­τε­λε­στία, τί­πο­τα δὲν τὴν δι­έ­κο­πτε– καὶ­ συ­νε­χί­ζον­τα­ν ἕ­ω­ς ὅ­του ἔ­γερ­να τὸ κε­φά­λι μου πά­νω στὸ στῆ­θος του κι ὁ γλυ­κὸ­ς ὕ­πνος, μοῦ ­βά­ραι­νε τὰ βλέ­φα­ρα.  
Πό­σε­ς ἐ­κμαι­εύ­σει­ς ὅρ­κων, πό­σε­ς ὑ­πο­σχέ­σεις μοῦ ἔ­παιρ­νε ἐ­κεῖ­να τὰ βρά­δια, γιὰ νὰ τοῦ­ἀ­πο­δεί­ξω τε­λι­κά, ὅ­τι μο­νά­χα ἐ­κεῖ­νο­ν ἀ­γα­πῶ­πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν κό­σμο… Ἡ «γριά» δι­α­μαρ­τυ­ρό­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ ἔν­το­να:
—Εἶ­ναι δι­κό μου ρὲ τὸ παι­δί… ἔ­λε­γε καὶ­ συ­νέ­χι­ζε τὴ δου­λειά της.
—Ποῦ τὸ βρῆ­κε­ς ἐ­σὺ τὸ παι­δί; τῆ­ς ἀ­παν­τοῦ­σε ρω­τών­τας τη­ν  ὁ γέ­ρος. Κα­νέλ­λο τὸ λέ­νε  τὸ­ παι­δί… 
—Γιὰ ρώ­τα το, νὰ ἰ­δεῖς τί θὰ σοῦ πεῖ, ἀ­παν­τοῦ­σε ἡ γριά… 
—Τί λέ­ει ἡ πα­λι­ό­γρια παι­δά­κι μου; μὲ ρω­τοῦ­σε ­ἔκ­πλη­κτος, σμί­γον­τας τὰ φρύ­δια του ὁ πάπ­πος.

Ἐ­γὼ θύ­μω­να κι ἔ­λε­γα:
—Τί λὲς μω­ρ’ δό­λια γριά, ποῦ μὲ βρῆ­κε­ς ἐ­σύ; στὸ δρό­μο μὲ βρῆ­κες; Ἐ­γὼ εἶ­μαι Κα­νέλ­λος καὶ ­εἶ­μαι παι­δὶ τοῦ παπ­πού­λη μου…
—Τί λὲς ρὲ λω­βι­ά­ρι­κο; Για­τί λὲς ψέ­μα­τα ρὲμ­πά­σταρ­δε; Τί μοὔ­λε­γε­ς ἐ­ψὲς ποὺ σ’ ἔ­φερ­να κού­τσια ἀ­π’ τὸ­ν Ἄ­η Γι­ω­ρη…;
—Χά, χὰ σὲ κο­ρό­ϊ­δε­ψα δό­λια γριά, τί νό­μι­σες; Ἐ­γὼ εἶ­μαι Κα­νέλ­λος! γιὰ νὰ μὲ πά­ρεις κού­τσια στὸ εἶ­πα… ἀ­μή….
—Μπρά­βο που­λά­κι μου! ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρος κι ἡ­ γριὰ ἔ­κα­νε πὼς θύ­μω­νε:
—Ἄιν­τε ρὲ λε­βι­θι­ά­ρι­κο κι ἅ­μα σὲ πά­ρω ἐ­γὼ ­ξα­νὰ κού­τσια…. Ἄ­ϊν­τε καὶ θὰ ἰ­δῆς…
Ἐ­κεῖ, σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­ρα­γώ­νι, πέ­ρα­σα τὰ πι­ὸ ­ὄ­μορ­φα χρό­νια τῆς ζω­ῆς μου, μέ­σα σὲ μι­ὰ­ ἐ­λευ­θε­ρία ποὺ πο­τὲ δὲ­ν ἔ­νι­ω­σα ξα­νά, πο­τὲ στὴ ­ζω­ή μου… Ἐ­κεῖ ἄ­κου­σα πολ­λὲς και­νούρ­γι­ες λέ­ξεις˙ ἐ­κεῖ ἄρ­χι­σαν οἱ λέ­ξεις νὰ γε­μί­ζουν τὴν ψυ­χή μου. Κι ὅ­τα­ν ἀρ­γό­τε­ρα, βρέ­θη­κα στὴ­ν Ἀ­θῆ­να κι ἡ μά­να μου μὲ πί­ε­ζε νὰ μὴν τὶ­ς ἀ­να­φέ­ρω, για­τί θὰ μᾶς λέ­νε «βλά­χους καὶ ­χω­ριά­τες», τ’ ἄλ­λα παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς, ἐ­γὼ ­τὶ­ς ἔ­κρυ­βα μὲ προ­σο­χὴ βα­θειὰ μέ­σα  στὴν ψυ­χή μου, τὶ­ς ἕν­τυ­να μὲ τὰ κα­λύ­τε­ρα αἰ­σθή­μα­τα καὶ­ νὰ ποὺ ᾖρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ τὶς βγά­λω τώ­ρα στὴ­ν ἐ­πι­φά­νεια καὶ νὰ μι­λή­σω μ’ αὐ­τές, καὶ γι­ὰ ­αὐ­τές.
Ἕ­να τέ­τοι­ο βρά­δυ, ποὺ μὲ πῆ­ρε ὁ πάπ­πος μου στὸ πα­ρα­γώ­νι καὶ μοὔ­λε­γε ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὴ ­Μι­κρα­σία, γυ­ρί­ζει ξαφ­νι­κὰ καὶ μὲ ρω­τά­ει:
—Βρὲ σύ, θὰ μοῦ ἀ­νά­βεις κά­να κε­ρί, ὅ­ταν μὲ­πά­ρου­νε στὴ­ν Ἀ­λη­σμό­να;
—Ποῦ εἶ­ναι ἡ Ἀ­λη­σμό­να ρὲ παπ­πού­λη, στὸν Κα­σαμ­πά;
—Ὄ­χι βρὲ, στὰ Κυ­πα­ρίσ­σια, μοῦ λέ­ει ὁ­γέ­ρος… ἐ­κεῖ κά­του, πλά­ι στὴ­ν ἐκ­κλη­σιά…
—Κά­θε μέ­ρα θὰ σοῦ φέρ­νω κε­ρὶ παπ­πού­λη… τοῦ ἀ­πήν­τη­σα μὴ ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση για­τί νὰ ­τοῦ πη­γαί­νω κά­θε μέ­ρα κε­ρί.
—Ἄ­ϊ ρὲ ψεύ­τη, μοῦ λέ­ει, ποὺ θὰ μοῦ φέρ­νεις κά­θε μέ­ρα κε­ρί. Πῶς θὰ μοῦ τὸ φέρ­νεις, ἀ­φοῦ ­θὰ μέ­νεις στὴ­ν Ἀ­θή­να…;
—Ἐ­γὼ δὲ θὰ μέ­νω στὴ­ν Ἀ­θῆ­να, ἐ­δῶ θὰ μέ­νω.Ἐ­δῶ μα­ζί σου… τοῦ ἔ­λε­γα κι αὐ­τὸς γε­λοῦ­σε. Βλέ­πον­τα­ς ὅ­μως, ὅ­τι στε­να­χω­ρι­έ­μαι, ἔ­κα­νε πὼς μὲ πι­στεύ­ει. Κι ἔ­παιρ­νε τέ­λο­ς ἡ συ­ζή­τη­ση γι­ὰ­τὴ­ν Ἀ­λη­σμό­να.

Στὸ μυα­λό μου καρ­φώ­θη­καν οἱ λέ­ξεις αὐ­τὲς κι­ ὅ­τα­ν ἀρ­γό­τε­ρα με­γά­λω­σα κά­πως, μὲ τ’ ἄλ­λα παι­διὰ στὸ χω­ριό τὰ κα­λο­καί­ρια, ἔ­κα­να τὶ­ς ἐ­ξορ­μή­σεις μου στὴ­ν ἐκ­κλη­σιὰ ποὺ μὲ μά­γευ­ε μέ­σα κι ἔ­ξω. Κα­τά­λα­βα σι­γά-σι­γὰ τί ἐν­νο­οῦ­σε­ ὁ παπ­πού­λης μου, ὅ­τα­ν ἔ­λε­γε στὴ­ν Ἀ­λη­σμό­να καὶ στὰ Κυ­πα­ρίσ­σια. Αὐ­τὸ­ς ἦ­ταν πού, με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, μοῦ ­ἐ­ξή­γη­σε ἁ­πλο­ϊ­κά, τί εἶ­ναι θά­να­τος. Δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μέ­σα μου ἕ­να κε­νό. Κι ἕ­να με­γά­λο ἐ­ρω­τη­μα­τι­κό, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κα­να χρό­νια νὰ βρῶ –ἂν βρή­κα– ἀ­πάν­τη­ση. Ἐ­γὼ δὲ­ν ἤ­θε­λα νὰ πά­ει στὰ Κυ­πα­ρίσ­σια, οὔ­τε στὴ­ν Ἀ­λη­σμό­να.Ἤ­θε­λα νὰ μεί­νει γιὰ πάν­τα στὸ σπί­τι μας κι­ ἐ­γὼ γιὰ πάν­τα στὸ πλά­ι του.
*
Ἡ Ἀ­λη­σμό­να. Τὰ «Κυ­πα­ρίσ­σια». Ἐ­κεῖ ποὺ­πη­γαί­νου­ν ὅ­λοι. Πί­σω ἀ­πὸ τὴ­ν ἐκ­κλη­σιά. Κά­ποι­ες φο­ρές, βρε­θή­κα­με μα­ζὶ στὴ­ν ἐκ­κλη­σιά.Ὅ­σες φο­ρὲς πή­γα­με μα­ζί, ἔ­πια­νε τὸ πρῶ­το στα­σί­δι πλά­ϊ στὴ με­σια­νὴ πόρ­τα. Τρεῖς τέσ­σε­ρις θέ­σεις πρὶν τὸ δε­ξὶ ψαλ­τῆ­ρι. Τό­τες, πα­πὰ­ς ἦ­τα­ν ὁ Πα­πα­τσά­κω­νας. Στε­νός του φί­λος καὶ κα­τὰ  ἕ­να τρό­πο, συγ­γε­νὴ­ς ἐ­ξἀγ­χι­στεί­ας.
Θυ­μᾶ­μαι ἦ­ταν Κυ­ρια­κή. Μιὰ λαμ­πε­ρή, ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη μέ­ρα. Δὲ­ν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε ἕ­να τό­σο δὰ συν­νε­φά­κι στὸν οὐ­ρα­νό. Πή­γα­με μα­ζὶ στὴ­ν ἐκ­κλη­σιά, πα­ρα­κο­λου­θή­σα­με τὴ λει­τουρ­γί­α καὶ ­με­τὰ εἶ­πε:
—Πᾶ­με τώ­ρα, νὰ βά­λου­με ἕ­να κε­ρά­κι στοὺ­ς ἀ­πο­θα­μέ­νους μας. Πή­ρα­με κε­ριά, μ’ ἔ­δω­κε κά­τι πεν­τα­ρο­δε­κά­ρες καὶ τὶ­ς ἔ­ρι­ξα ἐ­γὼ στὸ παγ­κά­ρι καὶ βγή­κα­με ἀ­πὸ τὴ με­σια­νὴ πόρ­τα. Κολ­λη­τὰ ­μὲ τὸ ἱ­ε­ρό, εἶ­ναι ἡ ἁ­ψι­δω­τὴ εἴ­σο­δος ποὺ­ περ­νών­τας την, μπαί­νεις στὴ­ν Ἀ­λη­σμό­να. Μι­ὰ ­μα­γεία. Ψη­λὰ κυ­πα­ρίσ­σια τή­ν ἔ­φερ­ναν γύ­ρω κι ­ἀ­νά­με­σα στὰ μνή­μα­τα ὑ­πῆρ­χαν πα­λι­ὲ­ς ἐ­λη­ές, γέ­ρι­κες. Μιὰ πα­σχα­λιά, σκορ­ποῦ­σε τὴν εὐ­ω­δί­α της. Καὶ κρί­να, σὰ­ν ἐ­κεῖ­να ποὺ κρα­τά­ει ὁ­ ἄγ­γε­λος στὸ χέ­ρι καὶ τὰ προ­σφέ­ρει στὴν Πα­να­γιά, στὴν με­γά­λη εἰ­κό­να, ἀ­ρι­στε­ρά τῆ­ς Ὡ­ραί­ας Πύ­λης, ὄ­χι σὰν τὰ ἄλ­λα τοῦ­ ἐμ­πο­ρίου. Κρί­να ὁ­λό­λευ­κα καὶ μώβ. Καὶ ἄ­γρια λου­λού­δια παν­τοῦ. Ζου­ζού­νι­ζα­ν ἔν­το­μα μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο θάμ­πος.
Μὲ πῆ­ρε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ εἶ­πε:
—Πρό­σε­χε, θὰ πα­τεῖ­ς ὅ­που πα­τῶ. Δὲν κά­νει νὰ ­πα­τᾶ­με πά­νω στοὺς κοι­μι­σμέ­νους…
Πή­ρα­με λί­γο λο­ξὰ ἕ­να μι­κρὸ κα­τη­φο­ρά­κι. Οἱ­ τά­φοι χω­μά­τι­νοι, λου­λου­δι­α­σμέ­νοι, ξέ­σκε­ποι· που­θε­νὰ μάρ­μα­ρα καὶ μαρ­μα­ρί­νες. Μιὰ γα­λή­νη παν­τοῦ. Ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὸ κε­φά­λι τῶν νε­κρῶν, μιὰ γκρί­ζα πέ­τρα σκα­λι­στὴ καὶ μιὰ ἐ­σω­χή σκαμ­μέ­νη πά­νω της, ἔ­τσι ποὺ νὰ μπαί­νει τὸ κε­ρὶ μέ­σα της. Καὶ­ ξύ­λι­νοι σταυ­ροί. Ἔ­βλε­πα μὲ δέ­ος.
—Ἐ­δῶ εἴ­μα­στε εἶ­πε· νά, ἐ­δῶ ἔ­χουν πλα­γιά­σει ὁ ­δό­λιο-πα­τέ­ρας μου, ἡ για­γιά σου, ὁ μαῦ­ρο-Νι­ό­νι­ο­ς ὁ θεῖ­ος σου ποὺ πῆ­γε ἄ­γου­ρος δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν, ἡ ἀ­δερ­φού­λα σου… οὖ­λοι ­ἐ­δῶ… Ἀ­νά­ψα­με τὰ κε­ριά, σταυ­ρο­κο­πη­θή­κα­με καὶ γυ­ρί­σα­με πί­σω.
*
Τὰ κα­λο­καί­ρια, ὅ­ταν γύ­ρι­ζα στοὺς δρό­μους καὶ στὰ σο­κά­κια τῆς Νε­μού­τας, ἡ Ἀ­λη­σμό­να, εἶ­χε τὴν προ­τί­μη­σή μου. Παί­ζα­με μπά­λα στὸν με­γά­λο πε­ρί­βο­λο τῆ­ς ἐκ­κλη­σιᾶς καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ τὴν προ­τρο­πή μου, εἰ­σβά­λα­με στὸ­ κοι­μη­τῆ­ρι μέ­ρα, ἀ­πό­γι­ο­μα, ἀ­κό­μη καὶ βρά­δυ γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξου­με ἂν κυ­κλο­φο­ροῦ­ν ἢ ἂν μι­λᾶ­νε με­τα­ξὺ τους οἱ ἀ­πο­θᾳ­μέ­νοι. Πο­τὲ δὲν δι­α­πι­στώ­σα­με κά­τι τέ­τοι­ο. Ὑ­πῆρ­χε ὅ­μως μί­α φη­μο­λο­γί­α, ποὺ δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ τὴ­ν ἀ­πορ­ρί­ψου­με.
Τὸ «Κοι­μη­τῆ­ρι», τὰ «Κυ­πα­ρίσ­σια», ἡ«Ἀ­λη­σμό­να», ὅ­πως κι ἂν τὸ λέ­γα­με τὸ ­νε­κρο­τα­φεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ ἦ­ταν μέ­ρος, τοῦ ­σύμ­παν­τός μου, ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ποὺ ἔ­κα­να τὰ­ πρῶ­τα μου βή­μα­τα στὴ ζω­ή. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ­ ἄ­κου­γα, κυ­ρί­ω­ς ἀ­πὸ τὴν για­γιά μου, κι ἀ­πὸ τὶ­ς ἄλ­λες γε­ρόν­τισ­σε­ς ἔ­κα­ναν τὴν φαν­τα­σί­α μου ἀ­χα­λί­νω­τη. Για­τί πέ­θαι­ναν οἱ­ἄν­θρω­ποι; Ποῦ πή­γαι­ναν οἱ ψυ­χὲς τους;  
Ὅ­πως καὶ στοὺς ζων­τα­νοὺς συν­το­πῖ­τες μου, (ἐ­κεί­νη τὴ­ν ἐ­πο­χὴ τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων) οἱ δι­α­φο­ρές, ἔ­τσι καὶ στοὺς πε­θα­μέ­νους δὲ­ν ἤ­σαν με­γά­λες. Οἱ τά­φοι ἁ­πλοί, ἀ­πέ­ριτ­τοι· οἱ­ σταυ­ροὶ ξύ­λι­νοι καὶ κα­νέ­νας σι­δε­ρέ­νι­ο­ς ἐ­δῶ ­κι ἐκεῖ.
*
Ἔ­τυ­χα καὶ σὲ δυ­ὸ ἐκ­φο­ρές, ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια στὴ Νε­μού­τα. Στὴ μιὰ, τοῦ πά­πα-Μι­χά­λη καὶ ­στὴ­ν ἄλ­λη τοῦ Λι­α­κου­ρο-Γι­ώ­ρη. Ἡ για­γιά μου μὲ πῆ­ρε μα­ζί της. Τὸν πα­πα-­Μι­χά­λη, τὸν σκό­τω­σε ἕ­νας κε­ραυ­νός, ἀ­νή­με­ρα τῶν Φῶ­των, κα­θὼς πή­γαι­νε ν’ ἁ­γιά­σει τὰ σπί­τια, στὸ χωριὸ ποὺ διάβαζε. Λέ­γα­νε ὅ­τι τὸ μι­κρὸ του παι­δί, ὁ Πα­να­γι­ω­τά­κης, πή­γαι­νε λί­γο πιὸ μπρο­στὰ κρα­τών­τας τὴν τέ­σα μὲ τὸ­ βα­σι­λι­κό, ὅ­που βού­τα­γε ὁ πα­πὰς τὸ σταυ­ρὸ κι ­ἔ­βρε­χε μ’ ἁ­για­σμὸ τὰ σπί­τια, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ θαῦ­μα γλί­τω­σε. Τρά­βη­ξε λέ­γα­νε ὁ πα­πὰ­ς ὅ­λο τὸν κε­ραυ­νὸ πά­νω του κι ἔ­τσι γλί­τω­σε τὸ παι­δί. Γιὰ τὸ­ν ἔ­ρη­μο Γι­ώ­ρη, δὲν ξέ­ρω ἀ­πὸ τί πέ­θα­νε. Τὸ πα­γω­μέ­νο κου­φά­ρι του, μέ­σα στὴ­ν ἀ­πέ­ριτ­τη κά­σα, ἔ­μει­νε μιὰ νύ­χτα ὁ­λά­κε­ρη μέ­σα σ’ ἕ­να δω­μα­τιά­κι ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὰ δε­ξιά, κα­θὼς μπαί­να­με στὴν αὐ­λὴ τῆ­ς ἐκ­κλη­σιᾶς. Θυ­μᾶ­μαι τὰ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, τὸ Λάμ­προ, τὸν Μα­νι­κά­κια, τὸν Λά­κη τὸν Πέ­τσα, τὸν κι­τρι­νιά­ρη τὸν Μπο­για­τζὴ κι ἄλ­λα, σὰν κλεί­δω­σε ὁ παπ­πᾶς τὴν πορ­το­πού­λα κι ἔ­φυ­γε, ἄρ­χι­σαν νὰ τὴν κλω­τσοῦν καὶ νὰ φω­νά­ζουν:
—Γι­ώ­ρη, ἔ­βγα ὄ­ξω ρέ….
*
 Ἡ κα­τα­στρο­φὴ (ἀ­νά­πτυ­ξη ὅ­πως λέ­νε σή­με­ρα), ᾖρ­θε ἀρ­γό­τε­ρα. Ἐ­κεῖ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’60. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ ἄρ­χι­σαν νὰ ἔρ­χον­ται τὰ πρῶ­τα τσέ­κια ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α, λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα νὰ δί­δον­ται τὰ πρῶ­τα δά­νει­α­ ἀ­πὸ τὴ­ν Ἐ­θνι­κὴν Κυ­βέρ­νη­σιν, «διὰ τὴ­ν ἐ­νί­σχυ­σιν τῆ­ς ἀ­γρο­τι­κῆς τά­ξε­ως» καὶ γε­νι­κῶς μέ­σα στὸ πνεῦ­μα «τῆ­ς Ἑλ­λά­δος τῶ­ν Ἑλ­λή­νων Χρι­στια­νῶν», ἐ­πῆλ­θε μί­α ξέ­φρε­νη «ἀ­νά­πτυ­ξις», ἡ ὁ­ποί­α συ­νε­χί­ζε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως, μέ­χρι καὶ σή­με­ρα. Ἡ «Ἀ­λη­σμό­να», δὲ­ν ἔ­μει­νε μα­κρὰ­ν ἢ ἐ­κτὸς τῆς «Ἀ­να­πτύ­ξε­ως»! Στα­δι­α­κῶ­ς ἄρ­χι­σε ἡ κο­πὴ τῶν κυ­πα­ρισ­σι­ῶν, τῶν αἰ­ω­νό­βι­ω­ν ἐ­λαι­ῶν καὶ τῶ­ν ἄλ­λων δέν­τρων ποὺ ­ὑ­πῆρ­χα­ν ἐν­τός της. Ξε­κο­λώ­θη­καν καὶ τὰ κρί­να. Ἀρ­γό­τε­ρα ᾖρ­θαν καὶ οἱ φω­τι­ές, ποὺ ἔ­γλει­ψαν τὰ σπί­τια τοῦ χω­ριοῦ καὶ ἀ­πο­τέ­λει­ω­σαν τὸ­ κοι­μη­τῆ­ρι. Τὰ μνή­μα­τα ἄρ­χι­σαν νὰ­ ἐ­πεν­δύ­ον­ται μὲ ὁ­λό­λευ­κα –πεν­τε­λι­κά(;)– μάρ­μα­ρα. Ἀ­πὸ μνή­μα­τα ἔ­γι­ναν μνη­μεῖ­α! Ὁ­ χῶ­ρος στέ­νε­ψε πο­λὺ κι ἄρ­χι­σαν καὶ οἱ­κα­τα­πα­τή­σεις. (Ἔ­χω ὑ­πό­ψιν μου κα­τα­πά­τη­ση τά­φου, γιὰ νὰ μὴ νο­μί­ζου­με, ὅ­τι, κα­τα­πα­τή­σεις γί­νον­ται μό­νο ἐ­πὶ τῶ­ν ἀμ­μου­δε­ρῶν πα­ρα­λι­ῶν τῆς Σπιά­ντζας, μὲ τὴ δι­και­ο­λο­γί­α νὰ βά­λουν οἱ ­φτω­χοὶ ἕ­να «τσίγ­κο» πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι τους). Ἄρ­χι­σαν τό­τε κι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν καὶ­ σή­με­ρα νὰ κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται συμ­πλεγ­μα­τι­κὲς κα­τα­σκευ­ές. Κα­ταρ­γή­θη­καν τὰ μο­νο­πα­τά­κια. Ἀ­φοῦ κό­πη­καν τὰ δέν­τρα, ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν οἱ­ἴ­σκιοι. Ψή­νον­ται ἀ­πὸ τὴ ζέ­στη οἱ τά­φοι τὸ ­κα­λο­καῖ­ρι. Βρά­ζουν τὰ ὀ­στὰ τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων! Χά­θη­καν οἱ πα­λιοὶ πέ­τρι­νοι τά­φοι καὶ μέ­σα σ’ ἕ­να ἄ­δεν­τρο μέ­ρος, φύ­τρω­σαν μι­κρὲ­ς ἀν­τι­γρα­φὲς τῶν συ­νοι­κι­ῶν τοῦ Ἀ­θη­να­ϊ­κοῦ Λε­κα­νο­πε­δί­ου. Στέ­νε­ψε πο­λὺ ὁ­ τό­πος. Ἄλ­λα­ξε. Χά­θη­κε ὁ σε­βα­σμός. Δὲν εἶ­ναι πιὰ ἡ δική μου «Ἀ­λη­σμό­να». Εἶ­ναι κά­τι ἄλ­λο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: