Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2012

ΣΟΦΙΑ ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ

Τὰ παιδικὰ χρόνια στὸν Πύργο

Ἀντὶ Προλόγου
Τοῦ Ἠλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου

Ἡ ἐνασχόλησή μου μὲ τὸ ἔργο τοῦ Νίκου Καχτίτση, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες πίκρες καὶ πικρίες πού μοῦ ἐξασφάλισε, στάθηκε ἀφορμὴ νὰ γνωρίσω ἕναν ὁλόκληρο κόσμο: θαυμαστές τοῦ ταλέντου του ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, φίλους (καὶ μή), συγγενεῖς, τὰ ἀδέλφια του.
                Ἔτσι γνωρίστηκα (μετὰ ἀπὸ δημοσιεύσεις μου στὴν “Καθημερινή”) καὶ μὲ τὴν κυρία Σοφία Χαλικιοπούλου φίλη τῆς οἰκογένειας Καχτίτση, τὴν ὁποία ἀσμένως ὁ μακαρίτης θὰ ἔσπευδε νὰ ἀποκαλέσει “δέσποινα” …
                Ἡ Σοφία Χαλικιοπούλου, ἔχουσα ζήσει κατὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1950 σὲ ἕνα κοσμοπολίτικο περιβάλλον στὴ Μύκονο, εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρισθεῖ μὲ σύγχρονους ἀμερικανοὺς συγγραφεῖς καὶ ἀρκετοὺς εὐρωπαίους καλλιτέχνες, μὲ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ὁποίους διατηροῦσε ἀλληλογραφία. Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια, π.χ., ὁ Γιεχούντι Μενουχὶν δὲν παρέλειψε νὰ τῆς στείλει προσωπικὴ πρόσκληση, γιὰ μιὰ συναυλία ποὺ θὰ ἔδινε (πρὸς τὸν πληθυσμὸ ἑνὸς κρουαζιερόπλοιου) στὴ Δῆλο.
                Κουνιάδα τοῦ Σωτήρη Πατατζῆ καὶ τοῦ Μίμη Φωτόπουλου, ἔζησε (ἐπὶ ἔτη) πολλὰ γεγονότα τοῦ σύγχρονου πνευματικοῦ μας βίου.
                Ἡ Σοφία Χαλικιοπούλου, φανατική (σχεδὸν ἀμετανόητη) ἀναγνώστις, πέρασε πέντε ἀπὸ τὰ παιδικά της χρόνια στὸν Πύργο τοῦ 1913. Ὑπείκουσα σὲ προσωπική μου (καὶ ἐπίμονη) παράκληση, δέχτηκε νὰ καταγράψει μερικὲς ἀναμνήσεις της γιὰ τὸν Πύργο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς — γεγονὸς ποὺ ἔφερε σὲ αἴσιο πέρας χάρις στὴν ἐκπληκτική της μνήμη.
                Ἡ ἴδια, ἀπὸ ὑπερβολικὴ μετριοφροσύνη, δὲν ἐπιθυμοῦσε τὴν ἄμεση δημοσίευση αὐτῶν τῶν ἀναμνήσεων. Ἐν τούτοις, τὸ 1996, ἐνῶ τρώγαμε ἕνα χειμωνιάτικο μεσημέρι στὸ ἀγαπημένο της “Σέβεν-Ἠλέβεν„ (αὐτὸ τὸ γεῦμα, κάθε χειμώνα ποὺ ἐπιστρέφαμε μὲ τὴν γυναίκα μου στὴν Ἀθήνα, ἦταν ἡ πρώτη μας προτεραιότητα), δέχτηκε νὰ παραδωθεῖ πρὸς δημοσίευσιν τὸ προσωπικὸ αὐτὸ κείμενο στὸ περιοδικὸ τοῦ Πύργου Ἀλφειός. Δυστυχῶς τὸ ἀξιόλογο ἐκεῖνο περιοδικὸ ἔκλεισε σὲ λίγο — καὶ τὸ 2002, λίγο μετὰ τὸ Πάσχα, ἡ Σοφία Χαλικιοπούλου ἀπεβίωσε χωρὶς νὰ δεῖ δημοσιευμένο τὸ κείμενό της. Ἦταν 93 ἐτῶν.
                Μετὰ ἀπὸ ποκίλες περιπλανήσεις, οἱ “Ἀναμνήσεις„ τῆς Σοφίας Χαλικιοπούλου δημοσιεύονται, ἐπὶ τέλους, στὸ φιλόξενο Ὀροπέδιο.
                Ἡ δημοσίευση ἀφιερώνεται στὴ μνήμη τῆς ἐκπληκτικῆς ἐκείνης γυναίκας.


Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

Σοφία Χαλικιοπούλου
Τὰ παιδικὰ χρόνια στὸν Πύργο
(Ἄνοιξη 1913 – Φθινόπωρο 1918)

Πύργος. Μιὰ ξεχασμένη πολιτεία σήμερα, γνωστή, μᾶλλον, ἀπὸ τὴν πολὺ κοντινὴ θέση της στὴν Ἀρχαία Ὀλυμπία. Μιὰ χαριτωμένη, ἄλλοτε, ἐπαρχιακὴ πρωτεύουσα μὲ μεγάλη ἐμπορικὴ καὶ βιομηχανικὴ κίνηση καὶ μία ξεχωριστὴ κοινωνία καλλιεργημένων καὶ ταξιδεμένων ἀνθρώπων. Τότε ποὺ τὰ ταξίδια στὸ ἐξωτερικὸ ἦταν σπάνια, καὶ οἱ ἄνθρωποι ὅταν ἀρρώσταιναν, γιατρεύονταν ἢ πέθαιναν μὲ τὴ φροντίδα τῶν ντόπιων γιατρῶν καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ στοργὴ τῆς οἰκογένειας. Ὅλα τ' ἀρχοντόπουλα τοῦ Πύργου εἶχαν ταξιδέψει στὶς κοντινὲς εὐρωπαϊκὲς χῶρες καὶ εἰδικὰ στὸ Παρίσι, τὴ Βιέννη, τὴ Γενεύη, τὴ Ρώμη, τὴ Φλωρεντία καὶ ἀλλοῦ.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝ.ΣΟΦΟΥΛΗΣ ΜΕΡΙΚΑ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΗ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΝ.ΣΟΦΟΥΛΗΣ
ΜΕΡΙΚΑ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΗ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ
Ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ὀροπέδιο, τεῦχος 6ο, Χειμώνας 2008

Ἀρχὲς καλοκαιριοῦ τοῦ ’70, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη μου. Ἕνα κρίσιμο γεγονὸς ποὺ θὰ ἀναφερθεῖ παρακάτω μπορεῖ νὰ βοηθήσει ὅσους ἀσχολοῦνται μὲ τὰ χρονολόγια νὰ προσδιορίσουν τὸ πότε ἀκριβέστερα. Τὸ τί, ὅμως, ἔχει πραγματικὴ σημασία γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ λίγο μελάνι ποὺ θὰ ἀναλώσω γιὰ τὴν ἀγαπημένη μνήμη τοῦ Σάκη σ’ αὐτὸ τὸ ἀπὸ καρδίας κείμενο.

Βρεθήκαμε οἱ δυό μας, ὕστερα ἀπὸ περίπλοκη συνομωσία, σὲ διπλανὰ κρεβάτια στὸ Νοσοκομεῖο Κρατουμένων Ἅγιος Σάββας, κολλητὰ στὴ μάντρα τῶν γυναικείων φυλακῶν Ἀβέρωφ καὶ ἀντίκρυ στὸ ψωμάδικο τοῦ συγκροτήματος τῶν Φυλακῶν. Συγγνώμη γιὰ τὶς λεπτομέρειες, ἀλλὰ ἔτσι ζωντανεύει μὲ τὰ πραγματικὰ της χρώματα ἡ ἀνάμνηση τῶν ἡμερῶν ἐκείνων. Σήμερα, στὶς «σοβαρές» πιὰ στιγμές μας, τὰ βλέπουμε ὅλα μακρινὰ καὶ γκρίζα. Ἔτσι τὰ δείχνει ἡ Ἱστορία. Καμιὰν ἀξία δὲν ἔχουν γι’ αὐτὴ τὰ χρώματα καὶ οἱ λεπτομέρειες.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2012

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ HAJONGARD, ΣΤΟ CLUJ NAPOCA

Τὸ κοιμητῆρι Hajongard
τοῦ Δημήτρη Κανελλόπουλου


ΣΤΟ CLUJ, 2.150 χιλιόμετρα περίπου, μακριὰ ἀπὸ τὴ Νεμούτα. Ὅταν εἶχε καμιὰ λιακάδα, εἶχα τὴν τάση νὰ προσπερνῶ τὸ Πανεπιστήμιο, ὅπου παραδίδονταν τὰ μαθήματα καὶ νὰ βρίσκομαι, στὸ Cimitirul Hajongard, στὸ Νεκροταφεῖο, μερικὲς δεκάδες μέτρα πιὸ πέρα. Ἡ βαριὰ πόρτα του στὴ stradă Avram Iancu (πρὶν τὸν πόλεμο ὁδὸς Μακελάρηδων), εἶχε ἀποσπάσει τὴν προσοχή μου ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες ποὺ πάτησα τὸ πόδι μου στὴν πόλη. Στὰ ρουμανικὰ τὸ ἔλεγαν Cimitirul Hajongard, ἐνῷ στὰ οὐγγρικὰ τὸ ἔλεγαν Házsongárdi temetö, καὶ στὰ γερμανικὰ Hasengarten.
Τ’ ὄνομά του τὸ πῆρε ἀπὸ τὴν γερμανικὴ ὀνομασία τοῦ λόφου: Hasengarten. Μοῦ ἔλεγε ὁ ἀγαπημένος μου φίλος Ovidiu

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2012

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Μιὰ ἐκδρομὴ στὸ Maramureş. Ὁ Moşu στὸ Bogdan Vodă καὶ τὸ κοιμητῆρι στὸ χωριὸ Ieud.

© φωτογραφίας: Δημήτρης Κανελλόπουλος.
Ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἡ ἀναδημοσίευση χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ Δ.Γ.Κ.

Μιὰ ἐκδρομὴ στὸ Maramureş…
ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΗ ΤΟΥ 1984, ἕναν περίπου χρόνο μετὰ τὸ τέλος τῶν σπουδῶν μου, ἐπέστρεψα στὸ Κλούζ. Ἦταν ἄνοιξη, δὲν ἔβρεχε καὶ εἶχε ὑποχωρήσει τὸ πολὺ κρύο. Τὸ Πάσχα ἔπεφτε στὶς 22 Ἀπριλίου. Τὴν Μεγάλη Παρασκευή, ἀναχωρήσαμε ἀπὸ τὸ Cluj μὲ τὸ τραῖνο γιὰ τὸ Viseu de Şus στὸ Maramureş, μιὰ ὀρεινὴ περιοχὴ στὴν  βόρεια Τρανσυλβανία. Ὁ νομὸς Maramureş συνορεύει μὲ τὴν Οὐκρανία σήμερα, μὲ τὴν Σοβιετικὴ Ἕνωση τότε. Προσκαλεσμένοι τοῦ Gheorghe Ţiplea, τοῦ καλοῦ φίλου Gicu, ποὺ λίγα χρόνια πριν, ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωή.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2012

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ:Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΤΟΥ BRAŞOV KAI ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ.

Ἡ  POIANA BRAŞOV χιονισμένη. 1η Μαΐου 1984.
© Φωτογραφίας: Δημήτρης Κανελλόπουλος.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ:
Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΤΟΥ BRAŞOV KAI ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ ΣΤΗΝ ΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ.

Μνήμη Σπύρου Τσακίρογλου,
πιστοῦ συντρόφου καὶ φίλου ἀδελφικοῦ 
ποὺ ἄφησε —19 Αὐγούστου 2011—
τὸν μάταιο αὐτὸν κόσμο.


ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ Πρωτομαγιᾶς τοῦ 1984, χιόνισε ξαφνικὰ σ’ ὅλη τὴν Τρανσυλβανία καὶ τὰ χιονοδρομικὰ κέντρα τῶν Καρπαθίων γέμισαν μὲ τουρίστες ἀπὸ τὴν Αὐστρία, τὴν Γαλλία καὶ τὴν Γερμανία. Στὴν Δυτικὴ Εὐρώπη, μετὰ ἀπὸ μιὰ μακρὰ χειμερινὴ καλοκαιρία, οἱ πίστες τῶν χιονοδρομικῶν κέντρων δὲν μποροῦσαν νὰ ἐξυπηρετήσουν, ὅσους ἀποζητοῦσαν νὰ κάνουν σκί. Δὲν διέθεταν χιόνι. Ἔτσι χιλιάδες δυτικοευρωπαῖοι συνέρευσαν στὰ (κομμουνιστικά) χιονοδρομικὰ κέντρα τῶν Καρπαθίων. Ἐμεῖς αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζαμε. Τὸ διαπιστώσαμε ὅταν φτάσαμε στὸ Brasov. Ἐνῶ εἴχαμε κλείσει δωμάτιο μέσω τοῦ ΟΝΤ, τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ στὸ ξενοδοχεῖο Καρπάθια (Carpaţi), μόλις παρουσιαστήκαμε ἐκεῖ, μᾶς δήλωσαν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ μᾶς ἐξυπηρετήσουν. Ἀπευθυνθήκαμε στὸν διευθυντή, ἕναν Πόντιο γεννημένο στὴν Ρουμανία, ὁ ὁποῖος μὲ εὐγενικὸ τρόπο μᾶς εἶπε σὲ ἄπταιστα ἑλληνικά, πὼς διαπίστωσε ἀπὸ τὰ ὀνόματά μας, ὅτι εἴμαστε συμπατριῶτες του, Ρωμιοὶ καὶ μᾶς ἔκανε κράτηση σ’ ἕνα ἄλλο ξενοδοχεῖο, δὲν θυμᾶμαι πὼς τὸ ἔλεγαν τότε, λίγο πιὸ κάτω στὴν γωνία τῆς ὁδοῦ Rebublicii. Δὲν μπορούσαμε νὰ ἀντιδράσουμε, δεχτήκαμε καὶ πήγαμε ἐκεῖ.


Δὲν ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ βρισκόμουν στὸ Braşov.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΑΛΗΣΜΟΝΑ. ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ..!

Φωτογραφία:Γιάννης Πατίλης
Ἡ Ἀ­λη­σμό­να
Ἀ­πὸ τὰ μνή­μα­τα στὰ μνη­μεῖ­α
τοῦ Δη­μή­τρη Γ. Κα­νελ­λό­που­λου

Σχέ­διο γιὰ ἕ­να ἐ­πι­τύμ­βιο

Τὰ λό­για τῆ­ς ἀ­γά­πης σας
ποὺ ξέ­χα­σα
τὴ νύ­χτα ὁ ου­ρα­νός
μοῦ τὰ γυ­ρί­ζει σ’ ἄ­στρα
Βαγ­γέ­λη­ς Ἀ­πο­στο­λό­που­λος, 
Μι­κρὲ­ς Ἀ­λε­ξάν­δρει­ες,
σελ. 23, 1990, Ἀ­χα­ϊ­κὲ­ς Ἐκ­δό­σεις.


Τὶς κρύ­ες νύ­χτες τοῦ χει­μῶ­να, κα­θό­μουν μα­ζί του στὸ πα­ρα­γώ­νι. Στὴ δε­ξιὰ πλευ­ρά, π’­ ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὴ μι­σάν­τρα. Τὸ κα­θι­στι­κό μας τὸ φώ­τι­ζε μί­α λάμ­πα πε­τρε­λαί­ου π’ ἄ­να­βε νω­ρὶ­ς ἡ «γριά» — ἡ για­γιά μου. Ἔ­τσι τὴ­ν ἀ­πο­κα­λοῦ­σα κι ἐ­γώ, μι­μού­με­νος τὸν γέ­ρο-πάπ­πο μου. Τὰ κού­τσου­ρα ἔ­και­γαν, κά­τι με­γά­λες πο­λύ­χρω­μες φλό­γες κι ἐ­μεῖς, κα­θό­μα­στα­ν ἐ­κεῖ νὰ ἀ­πο­φύ­γου­με τὸ κρύ­ο –δη­λη­τή­ριο, φαρ­μά­κι τὸ σκα­σμέ­νο– ἔ­λε­γε ἡ­ γριά, νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα, μέ­χρι νὰ πᾶ­με γι­ὰ ὕ­πνο στὴν κά­μα­ρη. 
Οἱ ἱ­στο­ρί­ε­ς ἄρ­χι­ζαν συ­νή­θως με­τὰ τὸ ­φα­γη­τὸ –ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τοῦ φα­γη­τοῦ εἶ­χε μιὰ ἱ­ε­ρο­τε­λε­στία, τί­πο­τα δὲν τὴν δι­έ­κο­πτε– καὶ­ συ­νε­χί­ζον­τα­ν ἕ­ω­ς ὅ­του ἔ­γερ­να τὸ κε­φά­λι μου πά­νω στὸ στῆ­θος του κι ὁ γλυ­κὸ­ς ὕ­πνος, μοῦ ­βά­ραι­νε τὰ βλέ­φα­ρα.  
Πό­σε­ς ἐ­κμαι­εύ­σει­ς ὅρ­κων, πό­σε­ς ὑ­πο­σχέ­σεις μοῦ ἔ­παιρ­νε ἐ­κεῖ­να τὰ βρά­δια, γιὰ νὰ τοῦ­ἀ­πο­δεί­ξω τε­λι­κά, ὅ­τι μο­νά­χα ἐ­κεῖ­νο­ν ἀ­γα­πῶ­πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν κό­σμο… Ἡ «γριά» δι­α­μαρ­τυ­ρό­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ ἔν­το­να:
—Εἶ­ναι δι­κό μου ρὲ τὸ παι­δί… ἔ­λε­γε καὶ­ συ­νέ­χι­ζε τὴ δου­λειά της.