Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος
Μια τυχαία συνάντηση
Η συνάντησή μας με τον κ. Σερμπάν, στο παλιό παλάτι
της οικογένειας Στούρτζα, επί του βουλεβάρτου Μαγκέρου –παλάτι των παλιών
ηγεμόνων της Βλαχίας το οποίο τώρα είναι βιβλιοπωλείο– τέλειωσε στις έντεκα και τέταρτο. Η ευγενική κ.
Μαριάννα Πορούμπ, γραμματέας του κ. Σερμπάν, κάλεσε ένα ταξί. Χαιρετήσαμε τους
καλούς μας φίλους και βγήκαμε στην οδό Άρθουρ Βερόνα, όπως μας υπέδειξαν, για
να περιμένουμε το ταξί, το οποίο θα ερχόταν σε λίγα λεπτά από την Πλατεία
Γεωργίου Καντακουζηνού. Ήμασταν ελεύθεροι πια, μιας και είχαμε τελειώσει τις
επαφές και τις διαπραγματεύσεις με διάφορους εκδοτικούς οίκους. Έτσι, ο Παύλος,
ο νεαρός διευθυντής πωλήσεων τον οποίο εγώ συνόδευα, ικανοποιημένος συγκατατέθηκε,
όταν του πρότεινα να επισκεφθούμε δυο τρία κτίρια της πόλης προς φωτογράφηση.
Ο καιρός, ήταν αρκετά καλός. Έλεγαν οι ντόπιοι φίλοι
μας, ό,τι οι χειμώνες, δεν είναι πια τόσο σκληροί όσο παλιά. Νοέμβρης μήνας
ήταν, κι ακόμη δεν είχε πέσει το πρώτο χιόνι. Παλιά, το πρώτο χιόνι, έπεφτε μια
δυο μέρες πριν ή μετά τη γιορτή του Άη Δημήτρη. Τώρα, έλεγαν, πως το πρώτο
χιόνι πέφτει τα Χριστούγεννα. Και αν… Γίναμε μια «μεσογειακή χώρα», προσέθεταν
κλείνοντας το μάτι…
Είχε λιακάδα. Βγήκαμε, και σταθήκαμε στη αριστερή
πλευρά του βιβλιοπωλείου, περιμένοντας το ταξί. Δεν άργησε να έλθει. Είπαμε
στον οδηγό, έναν μελαχρινό, με βαμμένο κατάμαυρο –σαν του κόρακα τα φτερά– μαλλί, τον αριθμό της παραγγελίας και επιβιβαστήκαμε.
Κάθισα στη θέση του συνοδηγού ως μεγαλύτερος.
Είπα στον οδηγό πού θέλουμε να πάμε. Ήθελα να βγάλω
μια δυο φωτογραφίες στην οδό Μπαρατσίεϊ στον αριθμό 16, την «Λαπταρία του Ενάκε», το κτίριο όπου
στεγαζόταν το Γαλακτοπωλείο του Ενάκε,
πατέρα του ποιητή Στεφάν Ρόλλ, του καταγόμενου από την Φλώρινα. Κατόπιν, ήθελα
να φωτογραφίσω το σπίτι του Λουντέμη στην οδό Πλάντελορ, την Ελληνική Πρεσβεία
στο Μπουλβάρ Φερδινάνδου και τέλος στο Ομπόρ, τον Πύργο της Πυροσβεστικής. Ο οδηγός απάντησε καλότροπα, ότι ξέρει όλα
τα κτίρια και ότι θα κάνουμε έναν ευχάριστο γύρο μέσα στην πόλη.
Άναψε το φανάρι και ξεκίνησε, ακολουθώντας την Λεωφόρο
Μπαλτσέσκου αριστερά, οδηγώντας όπως όλοι οι ρουμάνοι οδηγοί ταξί, κάνοντας τα
απαραίτητα ζιγκ-ζαγκ και σχολιάζοντας αρνητικά, κυρίως τις «κοκοάνες», τις
ρουμανίδες που οδηγούσαν ακριβά αυτοκίνητα.
Ο Παύλος ρούφαγε με λαιμαργία, τα κλασσικά κτίρια της
πόλης που γλιστρούσαν στο πλάι. Εγώ απορροφημένος, ξεφύλλιζα την εφημερίδα
«Αλήθεια» κι έριχνα που και πού καμιά ματιά στο δρόμο. Αυτός είναι ο πιο φαρδύς
δρόμος του Βουκουρεστίου, από την Πιάτσα Ρομάνα, μέχρι την Πιάτσα
Ουνιβερσιτάτσι. Αίφνης, εκεί που οδεύαμε προς το Ιντερκοντινένταλ, ακούω τον
ταξιτζή, να λέει, με ασυγκράτητη χαρά στη φωνή του:
—Ντόμνουλ
Ντουμιτράκε…. Είστε ο κύριος Δημητράκης… ω Θεέ μου, δεν κάνω λάθος, είστε ο κύριος
Δημητράκης, ο φίλος του κυρίου Βασιλάκη με την Τζάγκουαρ… ω Θεέ μου πόσα
χρόνια!..., κι αφήνοντας το τιμόνι, άρπαξε το κεφάλι μου προσπαθώντας να με
φιλήσει…
Εγώ, έντρομος γύρισα προς το μέρος του, να ιδώ, ποιός
είναι αυτός ο άνθρωπος που, οδηγώντας σαν τρελός, άφησε το τιμόνι, (μέσα στην
κεντρικότερη Λεωφόρο του Βουκουρεστίου, ενώ το αυτοκίνητο έτρεχε σαν
δαιμονισμένο), για να με αγκαλιάσει, λες και ήταν κάποιος συγγενής μου, που
είχε χρόνια να με δει… Πανηγύριζε με έξαλλο τρόπο. Τον κοίταξα. Δεν μου θύμιζε
κάτι. Ο Παύλος πίσω μου, έλεγε γελώντας:
—Είναι
φίλος σας κύριε Δημήτρη; Κάνει σαν τρελός ο άνθρωπος… θα μας σκοτώσει…
Καθώς
τον κοίταζα έκπληκτος, ενώ αυτός δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του, λέει…
—Δεν
με θυμάστε κύριε Ντιμίτρις; Ο υπεύθυνος αξιωματικός για την οδική κυκλοφορία
στην Πιάτσα Ουνιβερσιτάτσι και στη Λεωφόρο Μαγγιέρου, είμαι… Ο Μανόλε
Αντρονέζι, ντόμνουλ Ντιμίτρις… Εγώ που σας έκοβα κλήσεις, εσένα και του
ντόμνουλ Βασιλάκε έξω από το Τσικλόπ1, όταν πηγαίνατε την τζάγκουαρ για πλύσιμο…
Κόντεψα
να λιποθυμήσω. Τριάντα δύο χρόνια μετά, ένας άνθρωπος, με τον οποίο δεν είχα
και τις καλύτερες σχέσεις, με αναγνώριζε, σε μιαν άλλη ηλικία και σε μιαν άλλη
εποχή…
«Σας
έκοβα κλήση», είπε. Αυτή η ιστορία με τις κλήσεις, Θεέ μου! Όλοι οι τροχονόμοι
έκοβαν κλήσεις με οποιαδήποτε αφορμή. Ήταν ένας τρόπος να τσεπώσουν κάμποσα λέϊ2
παραπάνω και να αυξάνουν τον άθλιο μισθό τους. Και να τώρα, αναπάντεχα, αυτός
άνθρωπος από το παρελθόν, έβγαινε μπροστά μου, χαρούμενος τρελά που με έβλεπε
ξανά μετά από τόσα χρόνια…