Σάββατο, Απριλίου 27, 2019

Θανάσης Βενέτης: Ο ΧΩΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ

Θανάσης Βενέτης:
ΧΩΡΟΣ στν ποίηση
το Δημήτρη Κανελλόπουλου

Στν πρώτη ποιητικ συλλογ το Δημήτρη Κανελλόπουλου «μίχλη Πέτρινη», (1986, κδόσεις ριδανός) πο σηματοδοτε τν εσοδό του στν πνευματική μας κονίστρα, ποιητς «κινεται» στν περίκλειστο χρο νς πολλν δωματίων νς σπιτιο. Τ δωμάτια εναι, πως γράφει ποιητς «λεηλατημένα» σκοτειν «δεια» κα γύρω π τν κεντρικ πόλο διαμονς του «πλώθηκαν γκρίζα σπίτια».
            Σ’ αὐτὸ τὸ ἀπελπιστικὰ μελαγχολικὸ πλάνο, ἡ ἐκρηκτικὴ ἀπομόνωση τοῦ ποιητῆ, σαρκώνει τὸν ἄδολο ποιητικὸ λόγο. Ὁ οἰκειοθελῶς ἔγκλειστος ποιητής, ἔχοντας ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἀγχωτικὴ λειτουργία τοῦ χρόνου, ἀφοῦ ὁ χρόνος ἐκεῖ μέσα ἔχει πάθει «συγκοπή», ψάλλει τὸ δοξαστικό τῆς ἐλευθερίας του καὶ τὸ αἰώνιο χαῖρε στὴν παντοδυναμία ἑνὸς σπαρακτικοῦ – καὶ γι’ αὐτὸ βαθιὰ ἀληθινοῦ – Ἔρωτα.
            Ὁ ποιητής, «κυρίαρχός τοῦ μικροῦ δωματίου» ταξιδεύει ἀκίνητος μέσα στὶς ἀναμνήσεις του καὶ στὸ χορὸ τους τὸ παρελθὸν «σπάζει σὰν ποτήρι ἀπὸ φτηνὸ γυαλὶ στὰ δάχτυλά του ματώνοντας ὅτι ἔχει ἀγαπήσει». Ὁ «δυνατός» - προφανῶς παρθενικὸς – Ἔρωτας κυλάει ὁρμητικὸ ποτάμι «ὑποδόρια ἀπὸ στίχο σὲ στίχο καὶ στοιχειώνει ἀνεξίτηλα καὶ καταλυτικὰ ὅτι ἀναπνέει σ’ ἕναν ἦχο προδοσίας», τὰ πάντα! Γίνεται μαχαίρι καὶ οἰμωγή, ἀερικὸ καὶ ξόρκι ποὺ σκορπάει παντοῦ τὸ ἀνεπαίσθητο ἄρωμά του, θύρα ἀνοιχτὴ ποὺ περνᾶ «ὁ θάνατος ὅλος», καὶ στὰ μάτια του κρύβονται «φυλακισμένα τοπία».
            Μαράζι ἀβάσταχτο μαστίζει τὸν ἐρειπιώνα τῶν συναισθημάτων, «ἔξω βροχές» καὶ μέσα στὶς φλέβες κυλάει ὁ Ἔρωτας» - καί, «στὰ ἀνοιχτὰ παράθυρα» ὁ ποιητὴς βλέπει «τὸ καμένο δάσος».
             Τὸ ποίημα πιὰ δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἀλκοὸλ ποὺ κυκλοφορεῖ στὶς φλέβες του, ἀντισώματα ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάμψουν τὸν ἀπέραντο πόνο, προϊὸν μιᾶς φοβερῆς προδοσίας. «Καὶ σ’ ἀγαπῶ πιὸ πολὺ / ὅταν μοῦ λὲς φεύγω / ἀφήνοντας πίσω σου βροχὲς κι ἕναν μικρὸ πόνο στὸ σκοτεινὸ δωμάτιο».
                       
Πέρα καὶ γύρω ἀπὸ τὴν παραπάνω κεντρικὴ ἀρτηρία τῆς συλλογῆς ὑπάρχουν σκοτεινοὶ παράδρομοι ποὺ φωτίζονται ἄπλετα ἀπὸ τοὺς ζέφυρους τῆς Ἐλπίδας· τὰ ποιήματα «ἀντιστέκονται», ταξιδεύουν «ἀρχαία πλοῖα τῆς Φοινίκης στὸ πέλαγο», ὁ πατέρας στέκει δίπλα κι ἔχει στὴ μέσα τσέπη φυλαχτὸ / πευκόφλουδα καὶ σκίνο». Ἡ καταβύθιση στὶς ἀναμνήσεις ποὺ πονᾶνε εἶναι ὁ ἐξιλαστήριος ἐμβαπτισμὸς στὶς ἀρχέγονες ρίζες, ὁ ἑωθινὸς ὄρθρος ἀείρροο τοῦ ἐφήμερου ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τοῦ αἰώνιου.
«Ὁ ποιητὴς πρέπει νὰ καρφώνει – ὅπως γράφει ὁ Μανόλης Ἀναγνωστάκης – τὶς λέξεις του σὰν πρόκες. Γιὰ νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος». Κι αὐτὸ κάνει ὁ Κανελλόπουλος: ἡ ποιητική του ἔκφραση ἔχει δωρικὴ αὐστηρότητα, ὑπάρχει πυκνὸ δέσιμο γλώσσας καὶ στίχου, στέκει μονάχος ἀλλὰ ἐλεύθερος, λυγίζει στὸν Μεγάλο Ἔρωτα – ἀλλὰ ὁ Ἕνας Ἔρωτας εἶναι ἡ θερμουργὸς πηγὴ κάθε δημιουργίας – παραφράζοντας τὸ στίχο τοῦ Γιώργου Σαραντάρη: «Μιλῶ γιατί ὑπάρχει οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει» ὁ Κανελλόπουλος «Μιλᾶ γιατί ὑπάρχει ἕνας Ἔρωτας ποὺ τὸν ἀκούει». Εἶναι ὁ Ἔρωτας ποὺ καταργεῖ τὸ χρόνο καὶ κάνει τὸν ποιητὴ γενναῖο καὶ δυνατό· ἀκοῦστε:
«Παλις καθρέφτης
κα σ κρατάει
Στ βαρ τραπέζι
Τ μαρο ρόδο κα τ
Κρύσταλλο
Σκουπίζεις τ δάκρυ
Κα τ κρύβεις
Πίσω π τ μάτια σου
Ν μν τ δε καθρέφτης
Κα καταλάβει».
           
            Ἔτσι κρατιέται ὁ ποιητὴς πάνω ἀπὸ τὰ lachrymal rerunt, πάνω ἀπὸ τὴ φθορά, πάνω ἀπὸ τὸ θάνατο. Αὐτὸ τὸ ποίημα μὲ τὸν παλιὸ καθρέφτη καὶ τὰ ἄλλα τῶν σκοτεινῶν δωματίων, φέρνουν τὴν «ὁμίχλη πέτρινη» ἀντιστικτικὰ μὲ τὴ συλλογὴ  τοῦ ἐκλεκτοῦ ποιητῆ τῆς Θεσσαλονίκης Γιώργου Βαφόπουλου μὲ τὸν τίτλο «τὸ δάπεδο» (1951)
            Στὴ συλλογὴ αὐτή, ὁ Βαφόπουλος, δημιουργεῖ μὲ ἕναν τοῖχο (ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ κι αὐτὸς δωμάτιο ποὺ μέσα ἔχει κλειστεῖ) καὶ μ’ ἕνα γυάλινο παράθυρο ποὺ μπορεῖ νὰ βλέπει ἀπέναντι, δημιουργεῖ, ἐπαναλαμβάνω ἕναν ὑποστασιακὸ καθρέφτη, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο βλέπει τὴ γειτονιὰ του – χωρὶς ἐκεῖνος νὰ τὸν βλέπει.
            Ἡ σύγκριση τῶν δυὸ συλλογῶν μὲ τοὺς ἔγκλειστους ποιητὲς στὰ σκοτεινά τους δωμάτια καὶ τοὺς καθρέφτες τους, μᾶς δίνει τὶς οὐσιαστικὲς διαφορές, παρὰ τὴν κοινότητα τοῦ εὐρήματός τους.
            Στὸν Βαφόπουλο τὸ σκοτεινὸ καὶ περίκλειστο δωμάτιο δημιουργεῖ μία δυνατότητα χάρις στὸ γυάλινο παραπέτασμα νὰ βλέπει καὶ νὰ ἐλέγχει τὸν γείτονα – ἀντιπαραβάλλεται τὸ ἐγώ του μὲ ἕνα ἄλλο ἄτομο – ἐξαφανίζοντας τὴν ἀτομικότητά του.
            Στὸν Κανελλόπουλο τὸ σκοτεινό του δωμάτιο ἔχει ἀνοιχτὸ στὸν ὁρίζοντα παράθυρο· μπορεῖ νὰ βλέπει στὸ δάσος, ἔστω καὶ καμένο.
            Ὁ Βαφόπουλος «διαπιστώνει περίτρομος τῆς ὕπαρξής του τὸ δίχασμα»
            Ὁ Κανελλόπουλος δὲν ἔχει ὑποστασιακὰ διλήμματα. Ἡ ποίησή του, τὸν κάνει ὑπερήφανο –δὲν θέλει ἀκόμα οὔτε ὁ καθρέφτης νὰ δεῖ τὸ δάκρυ του– καὶ τὸ κρύβει.
            Μένει ὄρθιος στὸ χρόνο κι ἂς ξέρει πὼς τὸ σπίτι θὰ γεμίσει ἀόρατο καπνό. Ἡ ποίηση ἔχει κάνει τὸ θαῦμα της. Τὸ ζωοποιὸ φῶς της, ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, γίνεται αἷμα ποὺ κυκλοφορεῖ στὶς φλέβες του κι ὁ Δημήτρης Κανελλόπουλος κραυγάζει:
    «Ζωή μου, πνιχτ σκοτάδι»



Δημήτρης Κανελλόπουλος ΕΝΑ ΔΡΟΣΕΡΟ ΑΕΡΑΚΙ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΠΕΛΗ

Δημήτρης Κανελλόπουλος
Ἕνα δροσερὸ ἀεράκι κατέβαινε ἀπὸ τὴν Κάπελη.


Ἡ γριά, κάτι φύτευε στὸ περιβολάκι. Τὸ παιδάκι, τὄχανε ἀφήσει νὰ παίζει μὲ τὴν Εὐγενία, τὸ κοριτσάκι τοῦ Σωτήρη τοῦ Ντάρα, πάνω σ’ ἕνα ἁπλάδι ποὺ εἴχανε στρώσει στὸ γρασίδι. Τοὺς εἴχανε δώσει καὶ δυὸ φέτες ψωμὶ μὲ ἄλειμμα καὶ ζάχαρη, νὰ τρῶνε. Ὁ γέρο Πριοβολής μὲ τὸν Κατσούλα, ξυστρίζανε τ’ ἄλογο, παραπέρα. Εἴχανε καὶ τὰ σύνεργα ἁπλώσει χάμω, γι νὰ ξύσουνε τὰ νύχια του καὶ μετὰ νὰ τὸ καλιγώσουνε. Ἤτανε τότες, ποὺ τὸ ἄλογο ἤτανε βαρβάτο καὶ ἀτίθασο. Μετὰ τὸ μουνουχίσανε.  
Ἡ γριὰ κάτι ψιλομουρμούριζε· ὅλα τῆς φταίγανε. Οἱ δυὸ ἄντρες ξυστρίζανε τὸ ἄλογο, ὅταν ἐκεῖνο ἄρχισε νὰ χλιμιντρίζει καὶ ξάφνου τοὺς ξέφυγε. Ἔκανε κάποιους κύκλους, πέρα κατὰ τὸ παλιόσπιτο τοῦ Μπούφη κι ὕστερα γύρισε κατὰ τὰ παιδιά. Ὁ γέρος ἄρχισε νὰ φωνάζει καὶ νὰ κατηγορεῖ τὸ γιό του. Ἡ γριὰ πετάχτηκε, φωνάζοντας «Παναγία μ’ βόηθα» κι ἔκανε κατὰ τὰ παιδιά. Τὸ ἄλογο, χλιμιντρίζοντας καὶ παίζοντας πῆγε κοντὰ στ’ ἁπλάδι μὲ τὰ παιδάκια κι ἄρχισε νὰ σηκώνει ψηλά τὰ μπροστινὰ του πόδια. Μετὰ ἔγλυψε μὲ τὴ μουσούδα του τ’ ἀγοράκι καὶ κάνοντας ἕνα κύκλο, πῆρε φόρα καὶ πήδηξε πάνω ἀπ’ τὰ παιδιά. Ἡ γριὰ λιποθύμησε. Ὁ γέρος μαρμάρωσε· ἦταν τὸ ἀγοράκι ποὺ ἦρθε μῆνες μετὰ τὸ χαμὸ τοῦ γιοῦ του, τοῦ Διονύση, ποὺ σκοτώθηκε δεκαοχτ χρονῶν, ἀπὸ τὸ τράμ, μπροστὰ στὸ Ἀκροπόλ, στὴν Πατησίων. Ἦταν μεγάλη ἡ χαρά του γιὰ τὸ παιδάκι, μ’ αὐτὸ ξαναγέλασε τ’ ἀχείλι του. Τὸ ἀγοράκι, βλέποντας τὸ ἄλογο, νὰ τοὺς τριγυρίζει, λιγώθηκε στὰ γέλια ἀπὸ τὴ χαρά του. Φώναζε: «τσίλη, τσίλη…».  
Τὸ ἄλογο, ἀφοῦ ἔκανε τὸ ἅλμα, πάνω ἀπὸ τὰ παιδιά, πῆγε στὸν τοῖχο τοῦ Μπούφη ξεφυσώντας καὶ κουνώντας χαρούμενα τὴν οὐρά του. Ἐκεῖ ὁ Κατσούλας τὸ πλησίασε κι ἔπιασε τὸ καπίστρι. Τὸ χάιδεψε, σφυρίζοντάς του στὸ αὐτί, ἐνῶ ὁ γέρος τσακωνότανε μὲ τὴ γριά, ποὺ εἶχε συνέλθει καὶ ἤθελε νὰ τοῦ πάρει τὸ ἀγοράκι ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά του. Δὲν τῆς ἔδωσε τὸ παιδί. Τὸ πῆρε καὶ πῆγε στὸ μύλο. Ὁ Κατσούλας καλίγωσε τ’ ἄλογο, τὸ ἔδεσε στὸν ὄχτο κι ἀπέκει, πῆγε στὸ καφενεῖο. Ἕνα δροσερὸ ἀεράκι κατέβαινε ἀπὸ τὴν Κάπελη.


Τετάρτη, Απριλίου 24, 2019

Δημήτρης Κανελλόπουλος: Το καρτέρι της αλεπούς

Photo: The fox in the night, by Sophie White
Δημήτρης Κανελλόπουλος
Το καρτέρι της αλεπούς

Ήταν αφέγγαρη νύχτα. Καθόμασταν εγώ κι ο πάππος έξω από το μαγαζί του Παπαγιάννη. Σ’ ένα δρύινο στενό παγκάκι. Δεν βλέπαμε παραπέρα από τη μύτη μας. Είχε πει από νωρίς, ο πάππος μου, να στήσουμε εδώ καρτέρι στην αλεπού. Θα ακούγαμε τα κοτερά να σπαράζουν και θα τρέχαμε. Είχε βάλει μια παγίδα με σύρμα, τί δε μας αφήναν να έχουμε όπλο. «Θα την πιάσουμε ζωντανή», μου είπε. Μιλούσαμε ψιθυριστά, να μη μας ακούσει μέσα στη σιγαλιά της νύχτας η αλεπού και φύγει.
Πρώτη φορά τέτοια ώρα βρισκόμασταν έξω από το σπίτι. Ο Μπάμπης είχε κλείσει το καφενείο. Από τον Αράπη δεν ακουγόταν μιλιά. Είχε πλαγιάσει η φαμελιά του Μίμη. Μονάχα κάτι φρουμίσματα από το άλογο του Παπάγου, ακούγονταν που και που, μέσα  από το παλιό του σπίτι.
Ο πάππος μου άναψε τσιγάρο. Είδα τα μάτια του για μια στιγμή, καθώς άστραψε η φλόγα του τσακμακιού.
     Δεν έχουμε ένα ντουφέκι μού ψιθύρισε… Δεν μας αφήνουν οι κερατάδες.
     Ναι παππούλη, ψιθύρισα εγώ, χωρίς να πω τίποτα άλλο, τηρώντας τις οδηγίες του: να έχω τα μάτια μου και τ’ αυτιά μου ορθάνοιχτα, έτσι να την ακούσουμε στα σίγουρα, όταν θα ρθει.
Όλες οι αισθήσεις μου, βρίσκονταν σε μια περίεργη ένταση. Ήθελα να φανώ χρήσιμος. Να ακούσω, ει δυνατόν πρώτος, τα βήματα της αλεπούς. Παράλληλα με βασάνιζε το ερώτημα, γιατί, εμείς να μην έχουμε όπλο όπως ο Διαρρήκτης; Αν είχαμε όπλο, θα είχαμε δύναμη. Θα μας φοβούνταν άνθρωποι και ζώα. Και ο κόσμος, θα ήταν πιο δίκαιος, αφού η οικογένειά μας, ήταν η πιο δίκαιη! Ήταν το ίδιο το δίκαιο, κατά την άποψή μου.
            Βρισκόμασταν ακίνητοι, με τεταμένη την προσοχή μας περίπου μια ώρα και η αλεπού πουθενά. Ακούστηκε ένας στεναγμός της Βασίλαινας πάνω από το σπίτι, και ύστερα ένας σύντομος μονόλογος: «…εχ μανούλα μου τί σου χω κάνει, και δεν με παίρνεις κι εμένανε εφτού κάτου…». Ύστερα πάλι σιωπή. Λίγο αργότερα, ακούστηκε ένας παραπονιάρικος ήχος από κοτερό πίσω από του Μπεϊντάση, όπου είχαμε το μύλο. Ο πάππος μου αυτιάστηκε. Ανασηκώθηκε λιγάκι. Κατόπιν χαλάρωσε.
     Σαν κάτι να άκουσα πουλάκι μου, είπε.
     Κι εγώ παππούλη, σα ν’ αναστέναξε ο κόκοράς μας.
Μετά πάλι σιωπή. Είχα καρφώσει τη ματιά μου, κατά τον τοίχο του μύλου. Κοίταζα κατά κει διαρκώς. Είχαν πονέσει τα μάτια μου, καθώς προσπαθούσα να τα κρατώ ανοιχτά συνεχώς. Κάποια στιγμή, εκεί που έκανε γωνιά ο φράχτης του Παπάγου, μου φάνηκε πώς έβλεπα δυο μικρές σπίθες. Δυο πολύ μικρές, γλυκές, κίτρινες σπίθες. Το βλέμμα μου καρφώθηκε σ’ αυτές. Όπως ξαφνικά τις είδα, άλλο τόσο ξαφνικά αυτές μετατοπίστηκαν προς τα πίσω και τις έχασα. Δεν μίλησα στον πάππο μου. Υπέθεσα ότι ήταν κωλοφωτιές.  Σιωπή παντού. Μονάχα η ανάσα μας ακουγόταν. Είχα γλαρώσει από την ακινησία. Κόντευα να κοιμηθώ. Ένα σκυλί πέρασε τρέχοντας από μπροστά μας.  Τότε ο πάππος μου τινάχτηκε όρθιος, λέγοντας «νάτην π’ ανάθεμά την, νάτην». Πετάχτηκα όρθιος κι εγώ. Και κοιτώντας κατά εκεί που έκανε ο πάππος μου, είδα τις δυο κίτρινες, γλυκές σπιθίτσες να με κοιτούν, στο μέρος που ήταν η ρονιά, ανάμεσα στου Παπάγου και στου Πάικου Μάρα το καφενείο. Στη δίοδο που ο Τσίκας, έμπαινε για το σπίτι του.
Ώσπου να φτάσει ο πάππος μου εκεί, οι δυο κίτρινες σπίθες είχαν εξαφανιστεί. Την άλλη μέρα, διαπιστώσαμε ότι είχαμε μείνει χωρίς κόκορα. Τον είχε καθαρίσει η πονηρή αλεπού, την ώρα που ακούστηκε ο αναστεναγμός.


Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2019

Δημήτρης Ραυτόπουλος: Δημήτρης Κανελλόπουλος: Ο αστρίτης, ο Καρράς, ο Τάσης…

Δημήτρης Ραυτόπουλος:
Δημήτρης Κανελλόπουλος: Ο αστρίτης, ο Καρράς, ο Τάσης…

Φιλόλογος, εκδότης του καλού περιοδικού Οροπέδιο και ποιητής ο Δημήτρης Κανελλόπουλος ξαφνιάζει ευχάριστα ως πεζογράφος με τη συλλογή διηγημάτων Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες (εκδ. Κίχλη, 2018). Το διήγημα, θεμέλιο της νεοελληνικής πεζογραφίας και σχεδόν ιδιομορφία ελληνική, ωθείται στο παραγώνι της εθνικής εστίας, χλωμό απέναντι στο φιλόδοξο μυθιστόρημα και στα νεωτεριστικά υποκοριστικά «μικρή φόρμα», «φράκταλ», πάτσγουορκ… 

Τα δέκα διηγήματα της συλλογής είναι ποιοτικώς άνισα, όλα όμως έχουν κάτι να μας πουν για τον πολιτισμό μας, για τον εθνικό μας χαρακτήρα και το ασυνείδητο. Ο γενέθλιος τόπος του συγγραφέα, το κεφαλοχώρι Νεμούτα της ορεινής Ηλείας, στα σύνορα με την Αρκαδία, ορίζεται από πλήθος τοπωνυμίων και αναφορές. Το «παρόν» είναι ο μετεμφύλιος με τα τραύματα διακριτά όσο και διακριτικά, οι παιδικές αναμνήσεις του συγγραφέα και η ζωντανή παράδοση μέσα από τις αφηγήσεις δυο προηγούμενων γενεών – «ζωντανοί» γιατί ο χρόνος δεν έτρεχε τότε όπως σήμερα. Υπάρχουν π.χ. αναφορές στο μεταναστευτικό κύμα του ’60 («Terra Australis Incognita» κ.α.), όπως και ιστορίες με συνδηλώσεις προπολεμικές χωρίς ακριβή χρονικό προσδιορισμό – και είναι από τις καλύτερες νομίζω.

Ηθογραφία; Ηθογραφία! Δεν κρύβεται και δεν ντρέπεται. Η λογοτεχνική ορθότητα του ’30, κατά το μανιφέστο Ελεύθερο Πνεύμα του Γ. Θεοτοκά, εξομοίωνε τα ήθη με το φολκλόρ και κατέτασσε την ηθογραφία στην παραλογοτεχνία: «διασκεδαστές», «εύκολες ιστορίες για να περνά η ώρα», «φωτογραφική σχολή», τυπικοί χαρακτήρες: ο καλός, ο κακός, ο τεμπέλης, η ζηλιάρα, «χωρίς πραγματικούς ανθρώπους». Ο Καβάφης πετάχτηκε στα σκουπίδια και ακολούθησαν ο Καρυωτάκης και οι «καθαρευουσιάνοι» Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Ροΐδης, δηλ. οι ιδρυτές της νεότερης πεζογραφίας μας. Αυτά έχουν ξεχαστεί, αλλά κατά καιρούς βγαίνουν θεωρήματα περί υποχρεωτικού περίπου «αστικού» ή «προλεταριακού» χαρακτήρα της αφηγηματικής πεζογραφίας. Εκβλαστήσεις…

Τρίτη, Δεκεμβρίου 25, 2018

Δημήτρης Κανελλόπουλος: Εὐτυχισμένα Χριστούγεννα

Δημήτρης Κανελλόπουλος: 
Εὐτυχισμένα Χριστούγεννα

Πλησιάζανε τὰ Χριστούγεννα, τοῦ 1962. Τὰ φτωχικὰ μαγαζάκια τῆς γειτονιᾶς, εἴχανε στολιστεῖ. Τί στολίδια δηλαδὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι, μὲ δυσκολία τὰ ἔφερναν βόλτα. Τέλος πάντων! Καλ Χριστούγεννα, Ετυχισμένο τ Νέον τος, ἔγραφαν στὶς τζαμαρίες μὲ χάρτινα γράμματα, κακοκομμένα μὲ τὸ ψαλίδι ἀπὸ χαρτιὰ κόκκινα καὶ πράσινα γυαλιστερά. Ποῦ καὶ ποῦ κόλλαγαν καὶ τίποτε μικρὲς τοῦφες μπαμπάκι πάνω στὰ τζάμια. Καὶ τίποτες ἀγγελάκια ἢ κανέναν χοντρό, κατακόκκινο Ἁγιοβασίλη…
Ἔτσι εἶχε κάνει κι ὁ κὺρ Γιώργης ὁ Ἀλιμαντίρης. Ὁ καλὸς αὐτὸς ἰκαριώτης, ποὺ πέρυσι ἀγόρασε τὴν ΕΒΓΑ στὴ γωνία Κεδρηνοῦ καὶ Λουκάρεως καὶ τὴν ἔκανε ζαχαροπλαστεῖο. Αὐτός, λέγανε πὼς κέρδισε τὸ λαχεῖο Συντακτῶν, καὶ μὲ τὰ λεφτά, ἔκανε τὴν ΕΒΓΑ ζαχαροπλαστεῖο. Τὸ κατάστημα λοιπὸν τοῦ κὺρ Γιώργη τοῦ Ἀλιμαντίρη, σκόρπιζε τὸ φῶς του γύρω. Εἶχε ἀναμμένα ὅλα τὰ φῶτα του, καθὼς καὶ μιὰ σειρὰ λαμπιόνια ποὺ ἀναβόσβηναν, ὑπενθυμίζοντας στοὺς διαβάτες, πὼς εἶναι χρονιάρες μέρες.
Ἡ ὑπόλοιπη γειτονιά, παρ’ ὅτι μέρες Χριστουγέννων, δὲν ἤτανε καλοφωτισμένη καὶ οἱ βροχές, τὴν  εἴχανε γεμίσει μὲ μιὰ κόκκινη λάσπη ποὺ κατέβαζε ἡ βροχὴ ἀπὸ τὸ ρέμα ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὴν πλατεία Γύπαρη στὰ Τουρκοβούνια, μέσα ἀπὸ τὴν ὁδὸ Ἀλάστορος, μέχρι τὶς φυλακὲς Ἀβέρωφ, στὴν λεωφόρο Ἀλεξάνδρας. Ἕνα δεντράκι εἶχε στολίσει ὁ κὺρ Ἀντώνης ὁ ψιλικατζής, λίγο πιὸ πάνω στὸ παλιό του μαγαζί, πρὶν τὰ σκαλάκια. Ὁ Πατιστής, ἔκανε ἑτοιμασίες στὴν ταβέρνα ἀπὸ μέρες γιὰ τὸ «ρεβεγιόν». Αὐτὸς εἶχε πελάτες ἀπὸ ἄλλες γειτονιὲς τῆς Ἀθήνας.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2018

Ἀνθολογία ρωσικοῦ διηγήματος: Ἕξι Ρῶσοι παίζουν χαρτιά…

Ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ὀροπέδιο κυκλοφόρησε:
 Ἀνθολογία ρωσικοῦ διηγήματος:
Ἕξι Ρῶσοι παίζουν χαρτιά…
[Μιχαὴλ Λέρμοντοφ, Ἀντὸν Τσέχοφ, Ἀλεξάντρ Κουπρίν, Ἀλεξάντρ Γκρίν, Λεονίντ Ἀντρέγιεφ, Ὄσιπ Σενκόφσκι]

Ἀνθολόγηση-μετάφραση-
ἐπίμετρο:
Εὐγενία Κριτσέφσκαγια

Σελ. 160,
Τιμή: 12 €
ISBN: 978-618-83064-7-9
..................................................................................................

ΕΞΙ ΡΩΣΟΙ ΠΑΙΖΟΥΝ ΧΑΡΤΙΑ…
Ἀνθολογία Ρωσικοῦ Διηγήματος

Ἡ παροῦσα συλλογή περιλαμβάνει ἑφτὰ διηγήματα, ποὺ ἔγραψαν ἕξι Ρῶσοι συγγραφεῖς διαφόρων ἐποχῶν καὶ διαφορετικῶν σχολῶν, καὶ ἔχουν ὡς ἀφετηρία τὴν ἀνθρώπινη ἕλξη γιὰ τὰ τυχερὰ παιχνίδια. Μἑ τὸ «Στὸς» ταξιδεύουμε στὴν ὀμιχλώδη Πετρούπολη καὶ μυούμαστε στὴν ἀτμόσφαιρα μυστηρίου ποὺ πλάθει ὁ Μιχαὴλ Λέρμοντοφ, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴ γοτθικὴ λογοτεχνία. Στὴ συνέχεια, στὸ «Βίντ», ὁ Ἀντὸν Τσέχοφ μᾶς προσγειώνει στὴν πραγματικότητα καὶ συγκεκριμένα στὰ γραφεῖα κάποιας τσαρικῆς ὑπηρεσίας, περιγράφοντάς μας, μὲ τὸ γνώριμο χιοῦμορ του, πῶς μποροῦν νὰ παθιαστοῦν μὲ τὸ χαρτοπαίγνιο ἀνθρώπινοι χαρακτῆρες διαφορετικῶν κοινωνικῶν στρωμάτων. Ἀπὸ τὶς ὀμίχλες τῆς τσαρικῆς πρωτεύουσας μεταφερόμαστε στὴν ἡλιόλουστη Κυανῆ Ἀκτή, ὅπου ὁ Ἀλεξὰντρ Κουπρὶν μᾶς ξεναγεῖ στὸν λαμπερὸ κόσμο τῶν καζίνων καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει ἕνα ἀλάνθαστο «Σύστημα», ἐνῶ ἀμέσως μετά, στὸ «Τυχερὸ χαρτί», ὁ ἴδιος συγγραφέας καταγράφει τὴν πικρὴ ἐξομολόγηση ἑνὸς βετεράνου χαρτοπαίχτη μὲ φόντο ἕνα σκοτεινὸ καταγώγιο. Τὴ σκυτάλη παίρνει ὁ Ἀλεξὰντρ Γκρίν, παρουσιάζοντάς μας ἕναν στοιχειωμένο ἀντιήρωα, τὸν «Ἰδιοφυῆ παίκτη», ποὺ ἀναζητάει τὴν τύχη του στὸν Νέο Κόσμο. Ὁ Λεονὶντ Ἀντρέγιεφ, ἀντίθετα, προσκαλεῖ τὸν ἀναγνώστη σ’ ἕνα ἀστικὸ σαλόνι, ὅπου άνθρωποι καθημερινοὶ καὶ μετρημένοι παίζουν τὸ «Μεγάλο κράνος», ἰσορροπώντας ἀνάμεσα στὸ τραγικὸ και τὸ φαιδρό. Τέλος, ὁ Ὄσιπ Σενκόφσκι, σ’ ἕνα χρονογράφημα μὲ διαχρονικὲς πινελιές, σατιρίζει τὸ πάθος τῆς χαρτοπαιξίας χρησιμοποιώντας ὡς βέλη μιὰ ἰδιότυπη «Ἀριθμητική».
Στὶς ἱστορίες αὐτὲς συναντᾶμε πρόσωπα ἀναγνωρίσιμα παρὰ τὶς ἠχηρὲς ἢ σιωπηλὲς ἐμμονές τους, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν ἁπτὴ εἰκόνα ἑνὸς κόσμου ὅπου ἐνίοτε πρωταγωνιστὲς δὲν εἶναι οἱ βαλέδες καὶ οἱ ντάμες ἀλλὰ τὰ ἑφτάρια καὶ τὰ τριάρια.

Κυριακή, Ιουλίου 22, 2018

Δημήτρης Ραυτόπουλος Tὸ nevermore τοῦ Χρίστου Ρουμελιωτάκη


Δημήτρης Ραυτόπουλος
Tὸ nevermore τοῦ Χρίστου Ρουμελιωτάκη

Διαβάζοντας τὰ ποιήματα τοῦ Χρίστου Ρουμελιωτάκη, εἰσερχόμαστε μὲ γνήσιο διαβατήριο στὴ μαγικὴ χώρα τῆς Ποιήσεως. Ὄχι τῆς μεγάλης, τῆς μνημειακῆς –τοῦ ἔπους, τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ κοσμικοῦ μύθου, τῆς κοσμογονίας καὶ τῆς ἱστορίας– ἀλλὰ τοῦ λυρισμοῦ καὶ τοῦ συμβόλου· ἀκοῦμε μουσικὴ μὲ λέξεις, λανθάνουσα προσωδία, ρυθμὸ καὶ λόγο· δηλαδὴ δεχόμαστε μηνύματα στὸν αἰσθητικὸ κώδικα τῆς γλώσσας: μετωνυμίες ἰδεῶν καὶ αἰσθημάτων, χρόνους τοῦ βίου καὶ τῆς μνήμης, ἔμφορτα ἢ ἁπλὰ σχήματα μεταφορᾶς. Μποροῦμε ἀδίστακτα νὰ ποῦμε ὅτι βρισκόμαστε ἀπέναντι σὲ μιὰ σπάνια ποιητικὴ κράση, στεφανωμένη μὲ πνευματικὴ ἀρετή. Ἔχει τὴν χάρι τῆς ποιητικῆς Ἀλχημείας, ἐλλείψει τῆς φιλοσοφικῆς λίθου τὸ πάθος της.
Τὰ κύρια γνωρίσματα τῆς δημιουργίας του εἶναι ἡ λυρικὴ συγκίνηση, ἡ ἐλεγειακὴ διάθεση, ἡ πλαστικότητα τῆς μνήμης, μὲ τὴ σχεδὸν μουσικὴ λειτουργία της, ἡ μετάθεση, στὴν ἀνάπτυξη τῆς ποιητικῆς ἰδέας, ἀπὸ τὴν ἔκταση στὴν ἔνταση, ἡ διαυγὴς ἐσωτερικότητα καὶ διάφορα ἄλλα δευτερεύοντα, «τεχνικά», ὅπως τὸ δίκτυο τῶν ἀναφορῶν καὶ τὸ παιχνίδι τῶν ἀντηχήσεων καὶ τῶν ἐπαναλήψεων.
 Ἴσως χρειάζεται νὰ θυμίσουμε ὅτι συγκίνηση δὲν σημαίνει συναισθηματισμὸ καὶ ὅτι ἡ ἐλεγεία δὲν συνεπάγεται δακρυοδόχη: τὰ στεγνὰ μάτια πονᾶνε περισσότερο, καὶ ὁ λυγμός, μέσα στὴ νύχτα, ἠχεῖ σὰν τρίλια ἀηδονιοῦ… ὅταν τέτοιο πουλὶ ἀκουγόταν ἀκόμα στὴν ποίηση καὶ στὶς ρεματιές. Δὲν ὑπάρχει τίποτα τὸ πεισιθάνατο στὴ μελέτη ἀθανασίας ποὺ εἶναι κάθε πραγματικὴ ποίηση καὶ ἡ προκείμενη. Πουλὶ ἀθάνατο, ἐσὺ δὲν εἶσαι τοῦ θανάτου, τὸ προσφωνοῦσε ὁ Ἰωάννης Κὴτς («Ὠδὴ σ’ ἕνα ἀηδόνι», μέτφ. Ν. Λαΐδης).
Ἐπιμένω σ΄ αὐτὸ τὸ ἀθάνατο σύμβολο τοῦ τραγουδιοῦ, γιατί εἶναι τὸ Ἀηδόνι καὶ ὄχι τὸ Κοράκι, ποὺ λέει στοὺς στίχους τοῦ Ρουμελιωτάκη τὸ φοβερὸ Nevermore.
Κλαίει κανεὶς ἐδῶ;
Μονάχα ὁ μοναχικὸς λύκος κλαίει τὰ βράδια στὸ ἀριστουργηματικό, σχεδὸν παιδικό, «Τὸ τραγούδι τῆς Βάλιας καὶ τοῦ λύκου» (Ξένος εἰμί). Ναί, βέβαια, ἀκούγεται τὸ σπάσιμο τῆς φωνῆς, μπροστὰ στὴν ἀπώλεια, κάτι σὰν τὸν κόμπο ποὺ ἀνεβαίνει στὸ λαιμό μας, καὶ ποὺ δὲν τὸν λύνει κανένα ἱστορικὸ σπαθὶ σὰν ἐκεῖνο τοῦ Μακεδόνα στρατηλάτη. («Ὁ Γόρδιος δεσμός», στὸ ἴδιο). Μὰ εἶναι παντοῦ ἡ μελαγχολικὴ ἐνατένιση τοῦ ἀνθρώπινου χρόνου, τὸ περατὸ καὶ τὸ ἀμετάκλητο, τὸ no more καὶ τὸ nevermore τὸ ποουϊκό. Εἶναι, τέλος, ἡ φιλοσοφικῆς γενίκευσης συνείδηση τῆς ξενότητας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πληρεξουσίου ποιητῆ. Αἴσθηση τοῦ «ἐξοστρακισμοῦ», τοῦ «ἀνοίκειου περιβάλλοντος», τῆς «στέρησης» καὶ τοῦ «ἀδιεξόδου», διαπιστώνει ὁ Γ. Ἀράγης σὲ βιογραφικὸ-κριτικὸ δοκίμιο γιὰ τὸν Ρουμελιωτάκη1.

Χρστος Ρουμελιωτάκης
1938-2018

Σάββατο, Ιουνίου 09, 2018

Δημήτρης Κανελλόπουλος Χαιρετισμὸς σ’ ἕναν ἀκριβὸ φίλο

Δημήτρης Κανελλόπουλος
Χαιρετισμὸς σ’ ἕναν ἀκριβὸ φίλο

Ἡ συνάντησή μου μὲ τὴν κομμουνιστικὴ ἀριστερὰ ἔγινε μέσα σὲ συνθῆκες παρανομίας. Ἡ σχέση μου μ’ αὐτὴν πέρασε διάφορες διακυμάνσεις καὶ ἔληξε ὁριστικά, μὲ τὴν ἀποχώρησή μου ἀπὸ τὰ ὀργανωμένα σχήματα της, στὸ τέλος τοῦ 1978. Τότε διεγράφην.
Στὶς διαδικασίες τῆς διαγραφῆς μου δὲν συμμετεῖχα. Ἔχω σχετικὴ ἐμπειρία, ἀπὸ τέτοιες διαδικασίες ἐπειδὴ συμμετεῖχα ἢ εἶχα πρωταγωνιστήσει μὲ φανατισμὸ σὲ διαγραφὲς ἄλλων ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων ἱκετεύω τὴν συγχώρεση.
Γελοῖες διαδικασίες, γελοῖα τὰ ἐπιχειρήματα ὅπου στὶς περισσότερες περιπτώσεις κυριαρχοῦσε ὁ παραλογισμὸς καὶ μιὰ ὑφέρπουσα σχιζοφρένεια. Φυσικά, ὅλες αὐτὲς οἱ καταστάσεις ἔβρισκαν τόπο σὲ πολὺ χαμηλὰ πολιτιστικὰ περιβάλλοντα, καὶ σὲ ἀντιλήψεις ποὺ ἀπέρρεαν ἀπὸ τὰ ὑποδεέστερα τῶν ἐνστίκτων, τῶν συμμετεχόντων. Τὰ χρόνια μετὰ τὴν πτώση τῆς δικτατορίας, τέτοιες ζοφερὲς καταστάσεις ἤσαν σχεδὸν καθημερινές.
Τώρα ποὺ τὰ χρόνια ἔχουν περάσει, μὲ δυσθυμία γυρίζει ἡ σκέψη μου σ’ ἐκείνες τὶς ἐποχές. Θέλω νὰ τὶς ἀπωθῶ ἀπὸ τὴ σκέψη μου αὐτά τὰ συμβάντα, γνωρίζοντας ὅτι ποτὲ μὰ ποτὲ δὲν θὰ πάψω νὰ αἰσθάνομαι ἐνοχὲς γιὰ τὶς περιπτώσεις ποὺ ὑπῆρξα θύτης, ντροπὴ γιὰ τὶς περιπτώσεις ποὺ ἤμουν ἀδιάφορος καὶ ἀγανάκτηση γιὰ τὶς περιπτώσεις ποὺ ἤμουν θύμα.
Ὡστόσο, μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἰδιότυπο καὶ ἀντιφατικὸ περιβάλλον, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, συνάντησα ἀνθρώπους ὑψηλῆς ποιοτικῆς στάθμης, χαρακτῆρες ἀκέραιους, ἀνθρώπους μὲ ἔντιμη στάση καὶ λόγο. Κι ἀκόμη ἐκεῖ, ἔμαθα νὰ διαβάζω, ἐθίστηκα στὰ αἰσθήματα τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῆς ἀνιδιοτέλειας, «ἀτσαλώθηκα» -χρησιμοποιῶ μιὰ πολὺ συνηθισμένη λέξη ἀπ’ αὐτὰ τὰ περιβάλλοντα, στὴν ὑπεράσπιση τῶν συμφερόντων τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἀδικημένων…
Καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση, ὑπῆρξαν ἄνθρωποι πρότυπα ποὺ μὲ ἐπηρέασαν μὲ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τους. Μὲ τὴν προσωπική τους στάση. Ὑπήρξαν καὶ παραδείγματα ἀνθρώπων πρὸς ἀποφυγὴν καὶ παραδείγματα ἀνθρώπων πρὸς μίμησιν… Ἕνας ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἀκόμη καὶ ἡ σκιά του μοῦ ἦταν σεβαστή, ἦταν ὁ Στέλιος Μπεβεράτος.
Συναντήθηκα μαζί του τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐργαζόμουν σὲ διάφορους ἐκδοτικοὺς οἴκους καὶ ἤμουν ἐνταγμένος στὴν ἀντίστοιχη κομματικὴ ὀργάνωση. Ὁ Στέλιος, ἐργαζόταν ὡς Διευθηντής παραγωγῆς καὶ ἐπιμελητὴς τῶν ἐκδόσεων στὴν Σύγχρονη Ἐποχή, τῶν γνωστῶν ἐκδόσεων τοῦ ΚΚΕ.
Δὲν βρεθήκαμε ποτὲ στὴν ἴδια ὀργάνωση, ἀλλὰ ἐπειδή, πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα περνούσαμε ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῶν ἐκδόσεων, ἔτυχε νὰ γνωριστοῦμε καλά.
Θυμᾶμαι μὲ νοσταλγία ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ποὺ ἐργαζόντουσαν στὴν διακίνηση τῶν βιβλίων, στὸ ἰσόγειο τῆς Ζωοδοχου Πηγῆς. Τὸν Κώστα Χρονίδη, τὸν Κοσμᾶ Φουντουκίδη, τὸν Παῦλο… Ὁ Στέλιος, ἀνῆκε στὸ «πνευματικὸ ἐπιτελεῖο». Τὸ γραφεῖο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ πνευματικὴ δουλειά, βρισκόταν στὸν τρίτο ὄροφο. Θυμᾶμαι ἀκόμη μὲ ἀγάπη καὶ τοὺς ἐργαζόμενους στὸ βιβλιοπωλεῖο τῆς ὁδοῦ Ἀκαδημίας, τὸν μπάρμπα Χρῆστο Καραγεῶργο, ταμία τῆς Σύγχρονης Ἐποχῆς, τὸν Μπάμπη Γκολέμα διευθυντὴ τοῦ βιβλιοπωλείου, τὴ Νανώ, τὴν Χαρὰ καὶ τὴν Ἀλίκη ποὺ ἀργότερα μετακόμισε στὴν Θεσσαλονίκη…
Οἱ ἐργαζόμενοι στὸ ἐκδοτικό, πλὴν τοῦ Παύλου, δὲν ἀνῆκαν στὴν δικά μας ὀργάνωση. Προφανῶς τοὺς «κρατοῦσε» ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπή. Ὁ Στέλιος Μπεβεράτος ἀνῆκε σ’ αὐτούς.
Ὅταν ἀργότερα ἄρχισαν τὰ πρῶτα νέφη νὰ παρουσιάζονται στὴ σχέση μου μὲ τὸ Κόμμα, ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος μοῦ συμπεριφέρθηκε μὲ τὴν ἀναμενόμενη ἀγριότητα, τὴν ὁποία ἔδειχναν (δείχναμε), ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν. Αὐτὸς ἦταν ὁ πάντοτε ἤρεμος καὶ εὐγενὴς Στέλιος Μπεβεράτος. Ὁ πράος Στέλιος, ὁ ὁποῖος κατέβαινε συχνά, στὸ κεφαλόσκαλο τῆς ἐξώπορτας κι ἐκεῖ, κάπνιζε τὸ τσιγάρο του, παρατηρώντας τοὺς περαστικοὺς ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ τὴν ὄμορφη τότε ὁδὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Κι ἐνῶ ὅλοι, ὅταν μὲ διέγραψαν, ἔκαναν ὅτι δὲν μὲ βλέπουν, ἤ μοῦ ἔριχναν ὑποτιμητικὲς ματιές, ὁ Στέλιος, πάντοτε μοῦ μιλοῦσε μὲ εὐγένεια καὶ καλοσύνη, ἀστειευόταν καὶ συζητοῦσε μαζί μου, σὰν νὰ μὴν συμβαίνει τίποτε ἀπολύτως. Ἕνας πολιτισμένος ἄνθρωπος!
Γι’ αὐτό, ὅταν φτάσαμε μπροστὰ στὸν ἀνοιχτὸ τάφο, ἡ συγκίνηση πλημμύρισε τὴν ψυχή μου, καὶ πράγμα σπάνιο, ἔκλαψα γοερὰ γιὰ τὸν ἀποχωρισμὸ ἀπὸ ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο.

Καλό σου ταξίδι Στέλιο, φίλε της μακρινῆς νιότης, ἀγωνιστὴ ἀκέραιε, ἄνθρωπε παράδειγμα τῆς φιλίας καὶ τῆς ἀγάπης…

Περιοδικὸ Ὀροπέδιο, τχ 18ο, σελ. 216-218, Καλοκαίρι 2017

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 13, 2017

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος: Ο Κόμης

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος
Ο Κόμης

Ήταν 31 Ιουλίου και η Αθήνα έβραζε. Περιμέναμε την τελευταία μέρα αυτού του μήνα, να φύγουμε για τα μπάνια. Ο προγραμματισμός όμως άλλαξε την τελευταία στιγμή, όπως είχε γίνει πολλές φορές, για κάποιο λόγο, κι έτσι αποφασίσαμε να αναχωρήσουμε την επομένη το πρωί. Εξαντλημένος από τη ζέστη, δεν αντέδρασα όπως άλλες φορές, για την αλλαγή της αναχώρησης. Έφτιαξα έναν φραπέ και καταϊδρωμένος, σωριάστηκα σε μια πολυθρόνα αναμένοντας τις βραδινές ειδήσεις. Αίφνης χτύπησε το τηλέφωνο και έσπευσα να το σηκώσω. Από την άλλη ακούστηκε μια ένρινη και συμπαθητική αντρική φωνή:
            «Καλησπέρα σας… ο κύριος Φίλιππος Σενδωνάς;»
            «Μάλιστα κύριε, παρακαλώ…», απάντησα.
            «Κύριε Σενδωνά, εδώ υπαστυνόμος Τζαμαλής, από την Λιμενική Αστυνομία Πειραιά…»
            Για δευτερόλεπτα σαστισμένος, δεν απάντησα.
            «Ναι;» ακούστηκε ο υπαστυνόμος από την άλλη άκρη. «Ναι; Κύριε Σενδωνά με ακούτε;»
            «Βεβαίως κύριε σας ακούω, τι θέλετε;»
            «Κύριε Σενδωνά, με συγχωρείτε για την ενόχληση, αλλά έχουμε εδώ έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, ο οποίος είναι σε άσχημη κατάσταση…».
            «Κι εγώ τι φταίω κύριε;» είπα, ρίχνοντας λοξές ματιές στην τηλεόραση, όπου από λεπτό σε λεπτό άρχιζε το δελτίο ειδήσεων των οκτώ…
            «Να σας εξηγήσω κύριε… Ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια παράκρουση. Όταν τον ρωτάμε ποιος είναι, μας δίνει ένα λευκό χαρτάκι με το τηλέφωνό σας και απαντά ότι είναι ο Φίλιππος Σενδωνάς… Το μόνο πράγμα που είχε πάνω του, είναι αυτό το χαρτάκι που γράφει αυτό το όνομα κα τον αριθμό τηλεφώνου όπου σας καλώ, κι ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι ο Φίλιππος Σενδωνάς κι ότι αυτό είναι το τηλέφωνο του σπιτιού του… Μας τον έφεραν και δήλωσαν ότι περιφέρεται μέρες μέσα στο λιμάνι Έχετε κάποια ιδέα..;»
            «Τι ιδέα να έχω κύριε; Πού να ξέρω ποιος είναι;».
            «Λέω κύριε… μήπως είναι κάποιος συγγενής σας, κάποιος γνωστός σας, που έχει άνοια και χάθηκε..»
            Σιώπησα μερικά δευτερόλεπτα. Εν τω μεταξύ το δελτίο ειδήσεων είχε αρχίσει κι εγώ αισθανόμενος μια μικρή ταραχή, έχασα την πρώτη είδηση.
            «Δεν έχω υπόψιν μου κύριε, να πάσχει κάποιος δικός μου άνθρωπος από άνοια…», είπα. «Πώς δείχνει ο κύριος αυτός;»
           

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2017

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος: Τι έγινε Γιάννη; Τον έσωσες τον κόσμο;

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος
Τι έγινε Γιάννη; Τον έσωσες τον κόσμο;
  

Ήταν ο έκτος χρόνος, που η Αγγέλω περίμενε τον άντρα της τον Γιάννη Δημακόπουλο να γυρίσει από την φυλακή. Από το ’46 που μπήκε μέσα δεν τον είχε ξαναδεί. Μεγάλωνε δυο παιδιά με χίλια δυο βάσανα. Φρόντιζε και τον πεθερό της που τον είχαν πάρει τα χρόνια και δε μπορούσε να προσφέρει πια στο σπίτι. Τώρα ακούστηκε πως η κυβέρνηση θα δώσει χάρη και θα γυρίσουνε οι εξόριστοι και οι κρατούμενοι στα σπίτια τους. Έβραζε η ψυχή της Αγγέλως. Από τότε που παντρεύτηκε απ’ αγάπη τον Γιάννη, δεν είχε δει άσπρη μέρα. Της το ’λεγε η συχωρεμένη η μάνα της.
            —Μ’ αυτόνε δε θα ιδείς προκοπή… Το νου του τον έχει πώς να ταΐσει τον κόσμο… μη πιάνεις συψωμιά με τους Δημακαίους…  
Δεν την άκουσε. Να πεις πως δεν την θέλανε άλλοι; Να οι γαμπροί! Μα αυτή δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτες.
—Τον Γιάννη αγάπησα, τον Γιάννη θα πάρω, έλεγε με πείσμα…
Τον πρώτο χρόνο της Κατοχής έβαλε στεφάνι. Δυο χρόνια μετά το γάμο, το 1943, ήρθανε από το Ξερό οι χίτες και τους κάψανε το σπίτι. Ένας Καρβούνης ήτανε αρχηγός τους. Αυτός χρώσταγε του Γιάννη δεκαπέντε χιλιάδες προπολεμικές δραχμές. Ήρθε λέει να ξοφλήσουνε. Ίσια που προφτάσανε να πάρουνε το μεγάλο παιδί και να κάνουνε κατά την Περόνα. Θα τους σκοτώνανε.
Η Αγγέλω τότε ήτανε γκαστρωμένη στο δεύτερο παιδί. Κόντεψε να τ’ απολύκει, τρέχοντας μέσα στου Χαρατσάρι το ρέμα. Βάρεσαν τα γόνατα στο κεφάλι.  Κατεβήκανε μια πλαγιά μέσα στο δάσος και κρυφτήκανε σε μια σπηλιά. Ύστερα, ήρθε ο Κονδύλης στην περιοχή και οι καπετανέοι σαν τον Καρβούνη κρυφτήκανε. Ανασάνανε λιγάκι τα χωριά απ’ το πλιάτσικο. Μέχρι τότες ο Γιάννης ήτανε σύνδεσμος λέει. Το ’43 όμως, έφυγε απ’ το σπίτι. Την άφηκε με δυο παιδιά, το ένα αχρόνιαγο, και βγήκε αντάρτης στο βουνό. Από τότε η Αγγέλω ήτανε σα να μην έχει άντρα. Πολέμαγε ο Γιάννης τους Γερμανούς. Στο σπίτι ερχότανε αριά κι ανάρια. Ούλο απάνω στα βουνά. Οι άλλοι τον είχανε επικηρύξει.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2017

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος Μια τυχαία συνάντηση


Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος
Μια τυχαία συνάντηση

Η συνάντησή μας με τον κ. Σερμπάν, στο παλιό παλάτι της οικογένειας Στούρτζα, επί του βουλεβάρτου Μαγκέρου –παλάτι των παλιών ηγεμόνων της Βλαχίας το οποίο τώρα είναι βιβλιοπωλείο– τέλειωσε στις έντεκα και τέταρτο. Η ευγενική κ. Μαριάννα Πορούμπ, γραμματέας του κ. Σερμπάν, κάλεσε ένα ταξί. Χαιρετήσαμε τους καλούς μας φίλους και βγήκαμε στην οδό Άρθουρ Βερόνα, όπως μας υπέδειξαν, για να περιμένουμε το ταξί, το οποίο θα ερχόταν σε λίγα λεπτά από την Πλατεία Γεωργίου Καντακουζηνού. Ήμασταν ελεύθεροι πια, μιας και είχαμε τελειώσει τις επαφές και τις διαπραγματεύσεις με διάφορους εκδοτικούς οίκους. Έτσι, ο Παύλος, ο νεαρός διευθυντής πωλήσεων τον οποίο εγώ συνόδευα, ικανοποιημένος συγκατατέθηκε, όταν του πρότεινα να επισκεφθούμε δυο τρία κτίρια της πόλης προς φωτογράφηση.
Ο καιρός, ήταν αρκετά καλός. Έλεγαν οι ντόπιοι φίλοι μας, ό,τι οι χειμώνες, δεν είναι πια τόσο σκληροί όσο παλιά. Νοέμβρης μήνας ήταν, κι ακόμη δεν είχε πέσει το πρώτο χιόνι. Παλιά, το πρώτο χιόνι, έπεφτε μια δυο μέρες πριν ή μετά τη γιορτή του Άη Δημήτρη. Τώρα, έλεγαν, πως το πρώτο χιόνι πέφτει τα Χριστούγεννα. Και αν… Γίναμε μια «μεσογειακή χώρα», προσέθεταν κλείνοντας το μάτι…
Είχε λιακάδα. Βγήκαμε, και σταθήκαμε στη αριστερή πλευρά του βιβλιοπωλείου, περιμένοντας το ταξί. Δεν άργησε να έλθει. Είπαμε στον οδηγό, έναν μελαχρινό, με βαμμένο κατάμαυρο –σαν του κόρακα τα φτερά– μαλλί, τον αριθμό της παραγγελίας και επιβιβαστήκαμε. Κάθισα στη θέση του συνοδηγού ως μεγαλύτερος.
Είπα στον οδηγό πού θέλουμε να πάμε. Ήθελα να βγάλω μια δυο φωτογραφίες στην οδό Μπαρατσίεϊ στον αριθμό 16, την «Λαπταρία του Ενάκε», το κτίριο όπου στεγαζόταν το Γαλακτοπωλείο του Ενάκε, πατέρα του ποιητή Στεφάν Ρόλλ, του καταγόμενου από την Φλώρινα. Κατόπιν, ήθελα να φωτογραφίσω το σπίτι του Λουντέμη στην οδό Πλάντελορ, την Ελληνική Πρεσβεία στο Μπουλβάρ Φερδινάνδου και τέλος στο Ομπόρ, τον Πύργο της Πυροσβεστικής. Ο οδηγός απάντησε καλότροπα, ότι ξέρει όλα τα κτίρια και ότι θα κάνουμε έναν ευχάριστο γύρο μέσα στην πόλη.
Άναψε το φανάρι και ξεκίνησε, ακολουθώντας την Λεωφόρο Μπαλτσέσκου αριστερά, οδηγώντας όπως όλοι οι ρουμάνοι οδηγοί ταξί, κάνοντας τα απαραίτητα ζιγκ-ζαγκ και σχολιάζοντας αρνητικά, κυρίως τις «κοκοάνες», τις ρουμανίδες που οδηγούσαν ακριβά αυτοκίνητα.
Ο Παύλος ρούφαγε με λαιμαργία, τα κλασσικά κτίρια της πόλης που γλιστρούσαν στο πλάι. Εγώ απορροφημένος, ξεφύλλιζα την εφημερίδα «Αλήθεια» κι έριχνα που και πού καμιά ματιά στο δρόμο. Αυτός είναι ο πιο φαρδύς δρόμος του Βουκουρεστίου, από την Πιάτσα Ρομάνα, μέχρι την Πιάτσα Ουνιβερσιτάτσι. Αίφνης, εκεί που οδεύαμε προς το Ιντερκοντινένταλ, ακούω τον ταξιτζή, να λέει, με ασυγκράτητη χαρά στη φωνή του:
            —Ντόμνουλ Ντουμιτράκε…. Είστε ο κύριος Δημητράκης… ω Θεέ μου, δεν κάνω λάθος, είστε ο κύριος Δημητράκης, ο φίλος του κυρίου Βασιλάκη με την Τζάγκουαρ… ω Θεέ μου πόσα χρόνια!..., κι αφήνοντας το τιμόνι, άρπαξε το κεφάλι μου προσπαθώντας να με φιλήσει…
Εγώ, έντρομος γύρισα προς το μέρος του, να ιδώ, ποιός είναι αυτός ο άνθρωπος που, οδηγώντας σαν τρελός, άφησε το τιμόνι, (μέσα στην κεντρικότερη Λεωφόρο του Βουκουρεστίου, ενώ το αυτοκίνητο έτρεχε σαν δαιμονισμένο), για να με αγκαλιάσει, λες και ήταν κάποιος συγγενής μου, που είχε χρόνια να με δει… Πανηγύριζε με έξαλλο τρόπο. Τον κοίταξα. Δεν μου θύμιζε κάτι. Ο Παύλος πίσω μου, έλεγε γελώντας:
            —Είναι φίλος σας κύριε Δημήτρη; Κάνει σαν τρελός ο άνθρωπος… θα μας σκοτώσει…
            Καθώς τον κοίταζα έκπληκτος, ενώ αυτός δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του, λέει…
            —Δεν με θυμάστε κύριε Ντιμίτρις; Ο υπεύθυνος αξιωματικός για την οδική κυκλοφορία στην Πιάτσα Ουνιβερσιτάτσι και στη Λεωφόρο Μαγγιέρου, είμαι… Ο Μανόλε Αντρονέζι, ντόμνουλ Ντιμίτρις… Εγώ που σας έκοβα κλήσεις, εσένα και του ντόμνουλ Βασιλάκε έξω από το Τσικλόπ1, όταν  πηγαίνατε την τζάγκουαρ για πλύσιμο…
            Κόντεψα να λιποθυμήσω. Τριάντα δύο χρόνια μετά, ένας άνθρωπος, με τον οποίο δεν είχα και τις καλύτερες σχέσεις, με αναγνώριζε, σε μιαν άλλη ηλικία και σε μιαν άλλη εποχή…
            «Σας έκοβα κλήση», είπε. Αυτή η ιστορία με τις κλήσεις, Θεέ μου! Όλοι οι τροχονόμοι έκοβαν κλήσεις με οποιαδήποτε αφορμή. Ήταν ένας τρόπος να τσεπώσουν κάμποσα λέϊ2 παραπάνω και να αυξάνουν τον άθλιο μισθό τους. Και να τώρα, αναπάντεχα, αυτός άνθρωπος από το παρελθόν, έβγαινε μπροστά μου, χαρούμενος τρελά που με έβλεπε ξανά μετά από τόσα χρόνια…

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2017

Δημήτρης Γ. ΚανελλόπουλοςΗ ονειροποιητική γραφή του Ηλία Λ. Παπαμόσχου - Μια καινούργια γραφή στην Ελληνική Πεζογραφία[Απόσπασμα από αδημοσίευτη μελέτη]


...Διαβάζοντας τα μικρά σε έκταση διηγήματα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου, αισθάνεσαι ένα αισθηματικό ξάφνιασμα. Με λιτό και στιβαρό λόγο σε εισάγει σε μια “ονειροποιητική” μυθολογία, όπου οι εικόνες από τον κόσμο των ζωντανών, στον κόσμο των κεκοιμημένων, από την πραγματικότητα στο φαντασιακό εναλλάσσονται με έναν διαρκώς εντεινόμενο ποιητικό τρόπο. 
Τα διηγήματα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου, δημιουργούν ένα νέο προηγούμενο στην ελληνική πεζογραφία: αυτή η διαρκής εναλλαγή του πραγματικού με το ονειρικό, ξαφνιάζει και καθηλώνει. Θαρρείς πως δημιουργεί μια νεα πεζογραφική αντίληψη, μια νέα εικονοποιϊα. Σα να γίνεται μια σύζευξη του παραδοσιακού φαντασιακού με μια ρομαντική παραδοσιακή εικονοποιΐα συζευγμένη με σουρεαλιστικά στοιχεία. Αυτή κατά την γνώμη μου είναι μια νέα μορφή έκφρασης. Θα μπορούσα να την αποκαλέσω ονειροποιητική γραφή. Όχι μόνο ως προς την φόρμα, αλλά και ως προς την διαρκή εσωτερική ροή: αισθημάτων, εικόνων που περιγράφονται αριστοτεχνικά, με ονειρικό, ποιητικό τρόπο... 
Το "όνειρο" στα διηγήματα του Παπαμόσχου, δεν είναι ούτε πηγή, ούτε αντικείμενο μελέτης. Αλλά είναι μια προσπάθεια να οικοδομηθεί μια πραγματικότητα που....



Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2017

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος Μ’ ἔχουν σημαδέψει κλασσικὰ ἔργα

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος
Μ’ ἔχουν σημαδέψει κλασσικὰ ἔργα

Τὰ χρόνια ποὺ ἄρχισα νὰ νιώθω τὸν κόσμο ἦταν δύσκολα χρόνια. Τὸ βιβλίο, στὶς φτωχογειτονιὲς ποὺ κατοικοῦσα, δὲν ἦταν εἶδος πρώτης ἀνάγκης. Ὅπως πολλὰ παιδιὰ τῆς γενιᾶς μου, ἀνακάλυψα κι ἐγὼ τὰ Κλασσικὰ Εἰκονογραφημένα, κι ἔτσι μπῆκα στὸν μαγικὸ κόσμο τῆς Λογοτεχνίας. Ἄρχισα νὰ κυνηγῶ τὰ «Κλασσικὰ» μὲ μανία καί, ἀνταγωνιζόμενος τοὺς παιδικούς μου φίλους, προσπαθοῦσα νὰ μεγαλώσω τὴν συλλογή μου. Τὰ ἀγοράζαμε συνήθως μεταχειρισμένα ἀπὸ ἕναν παλαιοβιβλιοπώλη. Ὅταν «κονομάγαμε» κανένα δίφραγκο, τρέχαμε στὸν «Γέρο», ὅπως ἀποκαλούσαμε τὸν παλαιοβιβλιοπώλη, καὶ ἀναζητούσαμε τεύχη τὰ ὁποῖα μᾶς ἔλειπαν. Μιὰ μαγεία: Οἱ Ἄθλιοι, Ὄλιβερ Τουίστ, Δαυὶδ Κόπερφιλδ, Χωρὶς Οἰκογένεια, Ἀνεμοδαρμένα Ὕψη, Παναγία τῶν Παρισίων, Ἡ μυστηριώδης νῆσος, Οἱ Τρεῖς Σωματοφύλακες, Χάλκμπερι Φὶνν καὶ Τὸμ Σώγιερ, τὰ Ἄγουρα χρόνια… Κάναμε κι ἀνταλλαγές. Κι ἀκόμη, τὰ παίζαμε στὶς ἀμάδες ἢ στὸ «πάρτα ὅλα»...  «Τὰ Κλασσικὰ Εἰκονογραφημένα» ἦταν τὸ πρῶτο ἀναγνωστικὸ ἐρέθισμα ποὺ μεταβλήθηκε ἀργότερα σὲ ἐξάρτηση…
Στὴν Ἐ΄ Δημοτικοῦ ἦλθα σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ μικρή, ἀλλὰ σχετικὰ καλὰ ὀργανωμένη, βιβλιοθήκη μιᾶς μακρινῆς «θείας». Κάθε ἀπόγευμα, μετὰ τὰ διαβάσματα γιὰ τὸ Σχολεῖο, μποροῦσα νὰ πηγαίνω ἐκεῖ καὶ νὰ διαβάζω γιὰ δυὸ ὧρες. Ἔτσι πιασα στὰ χέρια μου γιὰ πρώτη φορὰ τὰ μυθιστορήματα τῶν Ντοστογιέφσκι, Τολστόϊ, Τσέχοφ, Οὐγκώ, Βέρν, Ντίκενς καθὼς κι ἐκεῖνα τῶν Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα, Βιζυηνοῦ, Θεοτόκη…

Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2017

Δημήτρης Κανελλόπουλος O ΠΑΝΑIΤ IΣΤΡΑΤΙ ΚΑI ΤO ΜΑΚΡY ΧΕΡΙ ΤHΣ KGB

Δημήτρης Κανελλόπουλος
Ὁ Παναῒτ Ἰστράτι καὶ τὸ μακρὺ χέρι τῆς KGB

Εἶναι ἄνοιξη τοῦ 2008 καὶ βρίσκομαι στὸ Βουκουρέστι κυνηγώντας κάποιες χίμαιρες. Διευθυντὴς λέει σ’ ἕνα Ἵδρυμα Ἑλληνικό. Ἀλλοῦ θὰ μιλήσουμε γιαὐτό.
Εἶναι ἄνοιξη. Τὸ θερμόμετρο ἀνεβαίνει στὴ διάρκεια τῆς μέρας, ὁ ἄνεμος πέφτει καὶ ὁ ἱδρώτας κολλάει πάνω στὸ δέρμα. Καὶ ἡ συγκεκριμένη μέρα ἦταν ἰδιαιτέρως κουραστική. Κατὰ τὶς 5 τὸ ἀπόγευμα, βγῆκα στὴν ὁδὸ Pache Protopopescu, καὶ πρὶν γυρίσω στὸ σπίτι παληοῦ μου συμφοιτητῆ ποὺ μὲ φιλοξενοῦσε –ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Kogălniceanu– ψώνισα κάποια μικροπράγματα καὶ τσιγάρα, στὴν μικρὴ bacanie, ἕνα εἶδος βαλκανικοῦ mini market, ποὺ λειτουργοῦσε εἰκοσιτέσσερις ὧρες τὸ εἰκοσιτετράωρο, καὶ ἡ ὁποία βρισκόταν ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Vechiul Obor. Ὁ μπακάλης τὰ τύλιξε σὲ μιὰ παληὰ ἐφημερίδα, τὰ ἔβαλε μετά σὲ μιὰ νάϋλον σακκούλα καὶ μοῦ τὰ παρέδωσε ἀφοῦ εἰσέπραξε τὸ ἀντίτιμό τους. Ἐγώ, πῆρα τὸ τρόλλεϊ τοῦ γυρισμοῦ.
Ἡ κούραση κι ὁ ἱδρώτας μοῦ βάραιναν τὰ πόδια. Παρ’ ὅλα αὐτά, κατέβηκα στὸ κέντρο, στὸ Πανεπιστήμιο, καὶ μπῆκα στὴ Βιβλιοπωλεῖο Eminescu γιὰ νὰ ἀγοράσω ἐφημερίδες καὶ περιοδικά. Μ’ ἔπιασε ἡ ψυχή μου. Τὸ παληό, μεγάλο βιβλιοπωλεῖο, δὲν ὑπῆρχε πιά. Εἶχε τεμαχιστεῖ σὲ πολλὰ μικρομάγαζα καὶ τὸ ὑπόλοιπο, σ’ ἕνα στενάχωρο ρυπαρὸ χαρτοπωλεῖο, τὸ ὁποῖο πουλοῦσε κυρίως φτηνά, κινέζικα προϊόντα. Βγῆκα ἔξω καὶ πῆρα πεζὸς τὴν κατηφόρα γιὰ τὸ σπίτι τοῦ φίλου μου.
Τὸ διαμέρισμα βρισκόταν ἐπὶ τῆς Bulevardul Mihail Kogălniceanu 49, σὲ μιὰ παληὰ πολυκατοικία ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Στὸ πίσω μέρος, παράλληλη ὁδὸς πρὸς τὴν Cogalniceanu, βρίσκεται ἡ Splajiul Independenţei, ποὺ ἡ ἄνοδος καὶ ἡ κάθοδός της βρίσκονται στὶς ὄχθες τοῦ περίφημου καναλιοῦ, τὸ ὁποῖο ἐμεῖς, στὴ διάρκεια τῶν φοιτητικῶν μας χρόνων, πιστεύαμε πὼς εἶναι ποτάμι καὶ τὸ λέγαμε “τὸ Ποτάμι”. Στὸ βάθος τὸ Παλάτι τοῦ Λαοῦ καὶ λίγο ἀριστερότερα, μόλις ποὺ φαινόταν ἡ μολυβένια, στρογγυλὴ σκεπὴ τοῦ Πατριαρχεῖου Ρουμανίας —σκεπὴ ποὺ παληά, κυριαρχοῦσε πάνω ἀπὸ τὰ μικρὰ διώροφα σπιτάκια τῶν ἀνατολικῶν συνοικιῶν, πρὶν ἀναλάβουν ἔργο οἱ μπουλντόζες τοῦ Τσαουσέσκου, τὴν δεκαετία τοῦ ’80.