Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28, 2014

Virgil Teodorescu Οι εναλλαγές είναι από διαμάντι



Virgil Teodorescu

Οι εναλλαγές είναι από διαμάντι


Μετάφραση από την ρουμανική: Δημήτρης Κανελλόπουλος


Μετά από λίγες μέρες θα βρείς την σκιά που θα τυφλωθεί χωρίς βόρειο πόλο
Μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων υπάρχεις ως διαμάντι
Το φράγμα σχεδόν ασφυκτιά από τόσο σκοτάδι
Όταν σηκώνεσαι το πρωί, και σού κολλά στον ώμο
Αρχίζει το παραλληρηματικό περπάτημα μέσα στο γυμνό 
          δωμάτιο 
Αρχίζει το λεπτό νύχι του ονείρου να σου επικαλύπτει το 
          πόδι ως ένα δέντρο
Μπροστά απ’ το παράθυρο φίδια περιμένουν να εισέλθουν
Σαν μια σακούλα με ύπουλη εμμονή των φύλλων
Πάνω σε κίτρινους θώρακες οι γάτες οδηγούν την λέπρα

Τα οχήματα είναι καλυμμένα από φυτά
Και ο κίνδυνος ναυαγίου επιπλέει πάνω από τα ιπποφορβεία
Γυναίκες πέντε φορές μεγαλύτερες του πραγματικού έχουν 
          στο κεφάλι κάμπιες ποικίλων χρωμάτων

Από τους ώμους των εκπορεύονται αληγείς άνεμοι
Στους ώμους των, πέθαναν τα κοπάδια των ελεφάντων και 
          οι  φοίνικες
Και αμφορείς σε λοξή θέση που περιβάλλονται από 
          ασπόνδυλα
Γιατί το δάχτυλο μπορεί να ακουστεί σαν διάφανο λάδι μετά  
          από 50 χρόνια
Όταν οι αριθμοί είναι ντυμένοι τόσο νηφάλια
Όταν πρόκειται να κατεβείς στα έλη με τον μαύρο σου σκύλο
Όταν όλα τα περιδέραια θα καούν στα τζάκια των Βοσγίων ορέων με σχεδίες που θα διέρχονται τον Αμαζόνιο
Η εν αναμονή υποθετικότητά σου ερμητικά κλειστή μέσα σ’ 
           ένα κόκαλο φάλαινας

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2014

Dοlfi Trost ΚΕΙΜΕΝΑ Προσοφθάλμια



Dοlfi Trost*



ΚΕΙΜΕΝΑ Προσοφθάλμια
 
1

Το μαλλιά καταλαμβάνουν αστραπιαία το σεντόνι της νύχτας

Τώρα τα μαλλιά  λύνονται  χαλαρά και προσφέρονται μιας  περίπλοκης μηχανής

φτιαγμένης ειδικά για αυτά, κι απ’ αυτά μεγαλώνουν σεντόνια της νύχτας και το σεντόνι έχει ένα  φύλλο στο μέσον σαν μια τεράστια κηλίδα από μια φούντα μεταξένια ελαφρώς ακατάστατη, υποστηριζόμενη από έναν καταρράκτη μέσα στον οποίο τα πάντα είναι, σάπια. Η κοπελίτσα είναι  πλήρης, από ψήγματα και κομμάτια κοφτερών γυαλιών, χωρίς αμφιβολία. Το ορμητικό νερό εξέρχεται βιαίως από το στόμιο και διαχέεται κάτω. Κραδαίνοντας ένα  μεγάλο φτερό πουδράρει το σεντόνι σφολιάτας της και ιδιαίτερα σε σκόνη μαύρους κύκλους που κρύβονται κάτω από το μαξιλάρι. Και ιδού πώς φαίνεται στον καθρέφτη, στον οποίο ο Διπλός, της στέλνει ένα παρατεταμένο φιλί το οποίο, τα δάχτυλα του μασέρ που ανατέλλουν απ’ το μικρό ξύλινο, οβάλ τραπέζι την ξαφνιάζουν και την ρουφούν με μιας με τον ξηρό αέρα του δωματίου, μετατρέποντάς την στο πιο θλιμμένο εξ όλων των κοινών αντικειμένων.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 19, 2014

Gellu Naum ἕνας ἐπαναστάτης ποιητὴς



gellu naum

στὴ συνάντηση τῶν κοριτσιῶν
μετάφραση ἀπὸ τὴν ρουμανική: Δημήτρης Κανελλόπουλος

πρὸς τὸ φθινόπωρο βρέθηκα μὲ ἕνα σκυλὶ ποὺ ἦρθε ποιὸς ξέρει ἀπὸ ποῦ

τὸ ὑποδέχτηκα στὴν αὐλή, τοῦ ἔδωσα τὸ ὄνομα Περιπλανώμενος, τοῦ ἔβαλα νερὸ καὶ ψωμὶ καὶ δὲν ἀγγίζει τίποτα

ὅταν μοιράζω σπόρους στὰ πουλιά, ἔρχεται καὶ ραμφίζει καὶ μετὰ πηγαίνει στὸν κῆπο καὶ τρώει λαχανόφυλλα κι εἶναι ὁλοφάνερο τὸ λάθος του, νὰ μάθει νὰ τρέφεται μὲ σπόρους καὶ λαχανικὰ

ἐπιπλέον πάσχει ἀπὸ μιὰ ἄσχημη ἀσθένεια κατὰ τ’ ἄλλα, κι ὅλα του τὰ μαλλιὰ ἔχει χάσει, καὶ τὸ κεφάλι του μὲ μιᾶς γδαρμένο,

βρωμίζει οὐρανὸ καὶ γῆ

ἔρχεται ὁ ἄγγελος καὶ ψαλλιδίζει τὰ φτερὰ γιὰ νὰ διευκολύνει τὴν εἴσοδό του ἀπὸ τὴν πύλη "εἶναι μιὰ ἀσθένεια μεταδοτικὴ"

λέει "πρέπει νὰ θανατωθεῖ ἀλλιῶς θὰ μολύνει τὰ βοοειδῆ" συνταγογραφεῖ κάτι σὲ ἕνα ἀτομικὸ κατάστιχο προτείνοντάς μου τὸ γιατρικὸ

ἔρχεται μιὰ νύχτα τοῦ χειμώνα ὅταν παγώνει ἡ σόμπα, καὶ τότε ἀκούω ἕνα βογκητὸ καὶ ἕνα ἀπόκοσμο γρύλισμα κι αἰσθάνομαι κάτι πάνω μου, ἁρπάζω τὸ φανάρι καὶ βγαίνω

τ’ ἀστέρια λαμπερὰ πηδοῦν πάνω ἀπ’ τὰ δέντρα, «τὸ πρόβατο μουγκρίζει», λέω

πηγαίνετε στὰ κουρασμένα γένια τοῦ Περιπλανώμενου ποὺ ἔχει κατασπαράξει τὸ νεκρὸ ἀρνὶ μὲ τρομερὸ βρυχηθμὸ, τοῦ πιάνω τὴν ἁλυσίδα καὶ τὸν χτυπῶ, μοῦ δαγκώνει τὴν παλάμη

τὰ δόντια του τὴν διαπερνοῦν τὸ αἷμα ρέει ἀκατάσχετα

ἔρχεται ὁ ἄγγελος, μοῦ δένει τὸ χέρι μ’ ἕνα πανὶ "θὰ πρέπει νὰ πᾶτε γιὰ ἀντιτετανικό", λέει, "δὲν μπορῶ νὰ κάτι γιὰ νὰ μὴν πρηστεῖ"

πάω γιὰ τὴν ἔνεση καὶ καθυστερῶ ἐκεῖ μερικὲς ἡμέρες, ἔρχεται ὁ ἄγγελος μὲ τὶς

φτεροῦγες ψαλλιδισμένες "τὸν σκότωσα", λέει, "ἔκοψα τὸ κεφάλι του καὶ τό ’φερα γιὰ ἀναλύσεις, νὰ ξέρεις, δὲν ἦταν πρησμένος, παρὰ μονάχα θυμωμένος"  

ἀνοίγει τὰ φτερὰ γιὰ νὰ πετάξει

ἔρχεται ἡ ἄνοιξη, τὰ λουλούδια τῆς δαμασκηνιᾶς ρέουν  πάνω μου, κάθομαι σ’ ἕναν κορμὸ

ἔξω στὴ μαύρη νύχτα καὶ σκέφτομαι, ποῦ νὰ βρίσκεται τὸ σὲ ἀποσύνθεση

ἄθαφτο σῶμα τοῦ Περιπλανώμενου

καὶ ἰδοὺ ἔρχεται ἡ μαύρη καὶ τεράστια ψυχὴ του σκεπασμένη μ’ ἕνα μακρὺ ἀτημέλητο μαλλί,

ὅπως αὐτὸ τῶν ὄμορφων νυμφῶν ἀπὸ τὰ βαθιὰ σκότη μέσα στὰ ὁποῖα περιπλανήθηκε

καὶ πλαγιάζει πάνω στὰ πόδια μου θέλοντας νὰ μὲ γλύψει μὲ τὰ μάτια
ἐνῶ τὸ σκοτάδι μᾶς βοηθάει νὰ κοιταχτοῦμε πρόσωπο μὲ πρόσωπο

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2014

Vasile Igna Δύο ποιήματα

Vasile Igna
Δύο ποιήματα  
Ἀπόδοση: Δημήτρης Κανελλόπουλος

 
Θὰ ἀνέβει


Αὐτοὶ ἀνέβαιναν, ἐξαπλώνονταν στὸν ἀέρα σὰν σκόνη
σὰν μιὰ ὁριζόντια βροχή, σὰν ἕνα μουρμουρητὸ  τῶν τροχῶν
ποὺ κάθεται πάνω στὸ κλαρὶ μιᾶς δαμασκηνιᾶς.

Αὐτοὶ ἦταν φρουροὶ ποὺ παρακολούθησαν τὴ μουσικὴ
τὴν γεμάτη μὲ τὶς σκιὲς τοῦ ἥλιου, γραφεῖς κάποιων βιβλίων
γιὰ τοὺς τυφλούς, βουνὰ ἐρειπίων τῆς καρδιᾶς.

Αὐτοὶ ποὺ ἔψαχναν τὸν θάνατο στὶς τρύπες τῆς σκεπῆς
τοῦ σπιτιοῦ, ἀλλὰ αὐτὴ εἶχε ἀνάσα μικρὴ κι ἀναπνοὴ
τὸ μουγκρητὸ τῶν ἀγελάδων.

Αὐτοὶ ἦταν οἱ μοναχικοὶ κάτοικοι τῶν ποιημάτων
μαθητευόμενοι ἀκροβάτες ποὺ ξεκουράζονται κάτω ἀπὸ μιὰ σκηνὴ
ποὺ ὑψώνονται σὲ ἀμπελῶνες τὴν ὥρα τῆς συγκομιδῆς τῶν φρούτων.

Αὐτοὶ ἦταν οἱ δημιουργοί των τοπίων οἱ εἰδικοὶ 
κάποιων νεφελωδῶν διαδικασιῶν, οἱ εἰσβολεῖς τῶν προσφορῶν,
ὅπως σὲ ἕνα παλιὸ ἐγκαταλελειμμένο σπίτι.


Αὐτοὶ γεννήθηκαν

Αὐτοὶ ἔτσι γεννήθηκαν μὲ μάσκα
ἐπὶ πολλὰ χρόνια τους ἔχω ὑπηρετήσει, τοὺς ἔχω φρονίσει
χτύπησα τὴν ξύλινη, ἀνθισμένη πόρτα τους
μοῦ φάνηκε ὅτι ἄκουγα ἀπὸ πέρα
τὸ κλαψούρισμα ἑνὸς παιδιοῦ, μιὰ πένθιμη ἠχὼ
ποὺ διακόπτεται ἀπὸ σύντομες κραυγὲς
σὰν  κάποιος νὰ γεννιέται καὶ νὰ πεθαίνει ταυτοχρόνως.

Αὐτοὶ ταξίδευαν πολὺ
τραβοῦσαν μπροστά, ἄλλες φορὲς πίσω, κάποτες
μὲ μιὰ μικρὴ παράκαμψη ἔκοβαν δρόμο ἐπιστρέφοντας
κοντὰ στὸν τόπο τῆς ἐκκίνησης·
ἔχοντας ἕνα στεφάνι ἀπὸ ἀγκάθια στὸ κεφάλι τους καὶ
μιὰ ράβδο παραμορφωμένη στὸ χέρι τὸ δεξί.

Μπορεῖ ἔτσι νὰ ἦταν γραμμένο, μπορεῖ κάποιος  νὰ ἔχει φανταστεῖ
ἀντὶ γιὰ αὐτοὺς μιὰ ἱστορία γιὰ τὸ μέλλον
γραμμένη πάνω σε δέρμα ἢ σὲ περγαμηνὴ
γεμάτη ἀπὸ σκοτεινὰ σημεῖα τοῦ μετώπου.

Πέρασαν ἀπὸ τότε τὰ καλά τὰ χρόνια καὶ
πάλι δὲν κατάλαβα. Κι ἐπίσης, δὲν εἶχα πῶς:
αὐτὴ ἦταν ἡ ἁμαρτία μου, δὲν μποροῦσα παρὰ μόνο
στ’ ὄνειρο νὰ μοιάζω μὲ ζωντανὸ νεκρό,
ποὺ δὲν θὰ μποροῦν τὰ βλέφαρά του νὰ ξεκολλήσουν
οὔτε νὰ ἀποσπάσετε τὴ μάσκα ἀπὸ μιὰ φυσιογνωμία ἀποῦσα.