Τετάρτη, Οκτωβρίου 16, 2013

Γιώργος Ιωάννου, Στου Κεμάλ το σπίτι

Γιώργος Ιωάννου,
                                           Στου Κεμάλ το σπίτι
                           Η μόνη κληρονομιά, συλλογή πεζών με 17 κείμενα (1974)

Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ' το πηγάδι της αυλής. Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: "Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό". Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε.

Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα. Εμείς, πάντως, δεν παραλείπαμε να της δίνουμε μούρα απ' την ντουτιά, όπως άλλωστε δίναμε σ' όλη τη γειτονιά και σ' όποιον περαστικό μας ζητούσε. Η ξένη τα έτρωγε σιγανά, αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση. Δε μας φαινόταν παράξενο που της άρεζαν τα μούρα μας τόσο πολύ. Το δέντρο μας δεν ήταν από τις συνηθισμένες μουριές, απ' αυτές που κάνουν εκείνα τα άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν ένα δέντρο παλιά και τεράστιο, τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ένα κακό είχε∙ τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ' όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο πέρα.

Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και τα υπόλοιπα τα έβαλε σ' ένα χαρτί και έφυγε χαρούμενη.

Τη δεύτερη φορά, θα ήταν κατά το τριάντα οχτώ, δυο χρόνια, πάντως, μετά την πρώτη, δεν έβαλε μούρα στο χαρτί. Κάθισε και τα έφαγε ένα ένα στο κατώφλι. Φαίνεται πως ο σπόρος απ' τα προηγούμενα είχε αποδώσει, αλλά για να δώσει και μούρα έπρεπε, βέβαια, να περάσουν χρόνια. Το δέντρο αυτό, όπως όλα τα δέντρα που μεγαλώνουν σιγά, ζει πολλά χρόνια και αργεί να καρπίσει.

Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ' τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ' τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι. Επειδή την είδαμε ταραγμένη, θελήσαμε να της εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. "Τώρα που σας έφερα το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι", μας είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της. Για να την παρηγορήσουμε της δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που την έκανε να τιναχτεί: "Θα σου τα έβαζα σ' ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά". Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ' τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ' αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια και αμπελοχώραφα εκεί κάτω.

Η τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας. Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: "η τουρκάλα!" Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι - τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει τη ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει.

Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε - δεν ήρθε, άγνωστο. Άλλωστε και να 'ρχότανε δε θα 'βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ' τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους.

Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος. Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ' το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ' την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γρια να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».

Σάββατο, Οκτωβρίου 12, 2013

Ἀνθούλα Δανιήλ, ΚΛΙΝΗ ΣΠΟΡΟΥ ΚΑΛΗ

ΚΛΙΝΗ ΣΠΟΡΟΥ ΚΑΛΗ
τῆς νθούλας Δανιήλ, ΔΙΑΣΤΙΧΟ, Ἡλεκτρονικὸ Περιοδικὸ γιὰ τὸ Βιβλίο καὶ τὸν Πολιτισμό


Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος έχει ήδη στο ενεργητικό του τέσσερις, με την παρούσα, ποιητικές συλλογές, μια ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης στη ρουμανική και εκδίδει το περιοδικό «Οροπέδιο». Με άλλα λόγια, έχει μπει για καλά μέσα στο ναρκοπέδιο (όπως διατυπώνει ο Ελύτης στο Ad Libitum 5), είτε αυτό είναι το γενναίο βάφτισμα στην ποίηση είτε πρόκειται για το βάφτισμα στης ζωής τα παράλογα και ανεξήγητα απρόοπτα. Ωραία σημαίνει ο τίτλος του –Κλίνη Σπόρου, Καλή και ωραία μας στρώνει το έδαφος για την ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον, που κι εκείνη στρώνει μια άλλη παντοτινή κλίνη [1]. Η προσέγγιση ενός τόσο ευαίσθητου θέματος, όπως αυτό, ενός νεκρού συγγενή, που σαν πατέρας κάθε μέρα είναι παρών και συνομιλεί μαζί του, ή αλλιώς που ο ποιητής κάθε νύχτα τον ανασταίνει, είναι θέμα βαθιά ανθρώπινο και του πρέπει η προσήκουσα διαπραγμάτευση, να μην πέσει στο μελό, να κρατηθεί στο μέτρο. Και αυτήν ακριβώς επιτυγχάνει ο Κανελλόπουλος.
Με φωνή απλή, με συναίσθημα πηγαίο, με την καρδιά, περισσότερο, όχι με το μυαλό, συνδιαλέγεται μετη γενιά ολόκληρη στο προσκήνιο, κυρίως όμως με τον νεκρό θείο του, που«λάμπει το κεφάλι του/ σαν το κεφάλι τ’ Άη Γιάννη», που έρχεται να τον συμφιλιώσειμε τους «άλλους», να πει τον δίκαιο λόγο του, να συμβουλέψει σαν πατέρας: «να βάλεις παράθυρα στο πατρικό», «να φτιάξεις τη σκάλα», «Άκου παιδάκι μου,/ να γράψεις και για τους άλλους, ήταν κι αυτοί καλοί», «Όχι παιδάκι μου με το μαχαίρι».
Ο ποιητής μεταβάλλεται σε αερικό και χάνει τη βαρύτητά του, για να πετάξει ψηλά, την ξαναβρίσκει, για να μελετήσει τη γη, να ακολουθήσει τον νεκρό αέρα και νοητή παρουσία και ανάσα, ήχο, μνήμη, συνείδηση. Με τη μνήμη νωπή, την εικόνα ζωηρή, τη φωνή ευδιάκριτη, ο ποιητής ποιεί τη δική του Νέκυια και πηγαινοέρχεται στον Κάτω Κόσμο. Η συνομιλία απλώνεται σε κύκλους μέσα στο σπίτι, έξω από το σπίτι, στο ρέμα, στο αμπέλι. Και η οικογενειακή ατμόσφαιρα, το χωριό, οι παλιές πολιτικές διενέξεις, τα ένθεν και ένθεν αδικήματα επανέρχονται. Η μνήμη τον έχει σημαδέψει σαν εγκαυστική, δεν ξεχνά ότι είναι από καλή γενιά, διαβάζει τα γραμμένα ονόματα στο πάνω παράθυρο. Τελικά:
Ήταν καλό το χωράφι/ στρωμένο σαν κρεβάτι/ ίσιο
Ο σπόρος καλός, δοκιμασμένος… Έδωσε ο Θεός/ και πιάσαμε σ’ αυτόν τον τόπο
Έρχονταν χειμώνες και μετά καλοκαίρια
φύτρωναν ασταμάτητα τα ονόματα
των παιδιών.
Ειδικά συνομιλεί με το φάντασμα που έρχεται να φέρει ειρήνη, να απονείμει δικαιοσύνη, να προσφέρει αγάπη, να συμβουλεύσει, να διορθώσει, να ανοίξει τους δρόμους του ουρανού. Κι ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός μιας οικείας, γεμάτης αγάπη και δικαιοσύνη παρουσίας, που η ζωή και οι πολιτικέςπεριπέτειες ανέτρεψαν. Απλά, καθημερινά, οικεία, ανθρωπινά, σεμνά, λυπημένα, νοσταλγικά, δι’ελέου και όχι φόβου, ο ποιητής περαίνει των παθημάτων του την κάθαρσιν. Και η γραφή κατακυρώνει την αιωνία μνήμη εκείνων που οι ζωντανοί δεν μπορούν να ξεχάσουν, με μια ποίηση «μνημόσυνο και «πένθος χαρμόσυνο», όπως μας προκαταλαμβάνει το μότο του Σικελιανού.
ΣΙΓΗ ΑΣΥΡΜΑΤΟΥ
Αυτή η συλλογή, δημοσιευμένη το 2005, σε πολλά προοικονομεί την προηγούμενη, δείχνοντας τη σταθερότητα της ποιητικής ρότας. Η Σιγή ασυρμάτου υποδηλώνει μια απελπιστική σιγή, θανάσιμη, πομπού που δεν εκπέμπει πια. Ένας κόσμος βουλιαγμένος στο παρελθόν, που όμως αφήνει ανάσες να φτάσουν στην επιφάνεια. Και απ’ τις ραγισματιές μιας μνήμης πληγής αναδύεται για να φωνάξει πως δεν μπορεί να αντισταθεί στον χρόνο. Ένας κόσμος «που διαλύεται/ και δεν με περιμένει», με τα παλιά του καφενεία που μοιάζουν με «ηττημένους φαντάρους», με τις μπουλντόζες και τα «βαριά μηχανήματα» που χωρίς σεβασμό θα γκρεμίσουν «τους καπνούς, τα χνώτα, τις μνήμες». Είναι και«η πικρή συνέχεια ενός ονόματος/ που η αίγλη του ξεφτίζει», η εντύπωση ότι «θα πνιγεί στην ανωνυμία του πλήθους / η φωνή» του. Κι ακόμα τα βάσανα και ο μόχθος των απλών ανθρώπων της επαρχίας. Η ξενιτιά, η πατρογονική κληρονομιά, η μοιρασιά αλλά και η ευγνωμοσύνη και η αναγνώριση της ευεργεσίας σε πρόσωπα που με το όνομά τους ο ποιητής αναφέρει και ανάβει ένα κεράκι«για τις ψυχούλες τους/ που φτερουγίζουν μες στη μνήμη». Και πάντα ο πατέρας σε περίοπτη θέση στην ψυχή και στον στίχο, στο ιδεατό του κάδρο, στο ατομικό του εικονοστάσι αγιοποιημένος, που ταξιδεύει «σαν άνεμος στα όνειρά του» και στο «τρελό του αίμα».
Ο ποιητής δεν μπορεί να συμβιβαστείμε ό,τι τεκταίνεται γύρω του:
Με τίποτα δεν μπορώ να αντιστρέψω
αυτή την κατάρρευση των εποχών
που γίνεται απόγνωση στα μάτια
και μεταβάλλεται σε αγωνία θανάτου.
Κι αλλού:
Κι είναι βαρύ της νοσταλγίας το χέρι
δεν το αντέχει η καρδιά μου.
Η φωνή σου προφητεία που επιμένει
να με γυρίζει ξανά στον ίδιο δρόμο.
Κι έτσι, πάντα στον ίδιο δρόμο, σαν ήρωας καβαφικός ή και σεφερικός ακόμα,κουβαλάει μέσα του την πατρίδα, την παιδική του νιότη, αισθήσεις και φωνές χαραγμένες πάνω στις πέτρες, σαν επιτάφια σημειώματα, «με τα ονόματα και τις ημερομηνίες/ που γλίστρησαν για πάντα μες στη λησμονιά». Ο Κανελλόπουλος, επιπλέον, αντλώντας από την ανοιχτή πληγή του της τέχνης του το φως, κρατώντας πέτρες και φωνές γερά να μη βουλιάξουν, αντιστεκόμενος στη λησμονιά της «Αλησμόνας» και στη ματαιότητα του κόσμου, αφήνει στίγμα ποιητικό και χάραγμα στην πέτρα προσωπικό. Γιατί η φωνή του έχει γνήσιο ήχο, η παράδοση έχει καλά κατακαθίσει στον ποιητικό πυθμένα του, ο πόνος και η θλίψη του έχουν γερά ερείσματα, ο λόγος του βρίσκει εύκολα αποδέκτη και ο αποδέκτης κολακεύεται να νιώθει πλησίστιος και να προσπαθεί μαζί του να διαβεί το δικό του «Θολό ποτάμι».
[1] Ample make the bed./ Make this bed with awe;/ In it wait till judgement break/ Excellent and fair
Be its mattress straight,/ be its pillow round;/ Let no sunrise’ yellow noise/ Interrupt this ground.




Πέμπτη, Οκτωβρίου 10, 2013

ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΣ: Η ΑΛΕΠΟΥ ΤΗΣ ΣΚΑΛΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Ἠλίας Παπαμόσχος
Ἡ ὁμίχλη τὰ φυλάει*


                                                                         Στὸν Παναγιώτη Φωτιάδη


ΕΝΑ ΑΓΡΙΜΙ στὸ τέρμα τῆς γέφυρας διέσχισε τὸν δρόμο. «Ἀλεπού!» εἶπε ὁ Π. «Σκοῦρο τρίχωμα εἶχε», ἔκανα ἐγώ. Ἔτρεξε τόσο γρήγορα ποὺ κανείς μας δὲν ἦταν σίγουρος. Ὁ Μ. δὲν εἶπε τίποτα, αὐτὸς μόνο κοιτοῦσε. Σταματήσαμε πάνω στὴ γέφυρα μὲ τὴ μηχανὴ ἀναμμένη. Κοιτάξαμε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ περιμένοντας νὰ πεταχτεῖ τὸ ζουλάπι. «Νά, τώρα θὰ βγεῖ!» εἶπε ἀνυπόμονα ὁ Π. Τὸ χῶμα ἐκεῖ κάτω ἦταν σκεπασμένο μὲ φύλλα βελανιδιᾶς, ἡ γῆ ἔμοιαζε σὰν ξεφλουδισμένη, ὁμίχλη κυλοῦσε πάνω της σὰν φάντασμα τοῦ ἀέρα. Ἀρχίσαμε νὰ κατεβαίνουμε. Ὁ Π. ὅλο ἐπιβράδυνε, ἡ ὁμίχλη γινόταν πυκνότερη· ἦταν ἀπὸ τὶς σπάνιες φορὲς ποὺ ὁδηγοῦσε ἀργὰ ὁ Π.
Ἕνα σκυλὶ βγῆκε μέσα ἀπὸ τὴν ὁμίχλη, ἀνηφόριζε, ἦταν ἕνα μὲ μακριὰ αὐτιὰ σὰν τοῦ λαγοῦ, πέρασε ἀπὸ δίπλα μας σὰ νὰ μὴν ὑπήρχαμε. «Πάω στοίχημα πὼς μετριοῦνται τὰ κόκαλα στὰ πλευρά του», ἔκανε ὁ Π. «Μὴ νομίζεις ὅτι ὅλοι εἶναι σὰν τὸν πατέρα σου», συνέχισε κοιτώντας με κάθε λίγο ἀπὸ τὸ καθρεφτάκι, «ποὺ τ’ ἀγαποῦσε σὰν παιδιά του. Τοῦ Κ. ὁ πατέρας, ἄς ποῦμε, εἶχε τέσσερα· ὅταν γέρασαν τὰ τρία, τὸν ἀγγάρεψε νὰ τὰ ξαποστείλει. Τὰ φόρτωσε αὐτὸς στὸ ἁμάξι καὶ τὰ ἔφερε ἀπὸ τὸ χωριὸ στὴν πόλη, ἀνέβηκε στὸ βουνὸ καὶ τὰ παράτησε. Πέρασε καμιὰ βδομάδα καὶ τὰ βρῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τους καὶ τὰ τρία· σαράντα χιλιόμετρα ἔκαναν, λὲς κι εἶχαν στὸ κεφάλι τους ραντάρ. Τὴ δεύτερη φορὰ τὰ πῆγε ἐκτὸς νομοῦ καὶ περηφανευόταν μετὰ πὼς τοὺς τὴν ἔφερε. Γέρασε καὶ τὸ τέταρτο – αὐτὸ τὸ ἀνέλαβε ὁ πατέρας του. Τὸ πῆγε λίγο ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Πῆρε μαζί του καὶ τὸ ὅπλο. Εἶχε κυνηγήσει πολλὲς φορὲς ἐκεῖ, καὶ μὲ τὰ τέσσερα. Ὧρες μετά, πέρασε τὸ ζωντανὸ ἀπὸ τὸν κεντρικὸ δρόμο, ἦταν πανηγύρι κι ὅλο τὸ χωριὸ εἶχε βγεῖ ἔξω, πέρασε μὲ τὴ μούρη κάτω, ὅλη μιὰ πληγή. Τοὺς ἔσφιξε σὰν τριχιὰ ὁ φόβος τὰ σπλάχνα, μόνο κάτι ἄντρες, ἴδιο φύραμα μὲ τὸν μακελάρη, δὲν ἀπέστρεψαν τὸ βλέμμα τους καὶ σχολίαζαν χαιρέκακα τὸ κουράγιο τοῦ σκυλιοῦ, τὴν πίστη του περιγελοῦσαν. Λὲς κι εἶχε ποῦ ἀλλοῦ νὰ πάει» εἶπε, καταλήγοντας, ὁ Π.
Σὰν πρόσφυγες λάθρα κινούμενοι πηγαίναμε, ποὺ κι ἡ ὁμίχλη ἀκόμη τοὺς πρόδωσε, τὴν ξήλωνε ὁ ἥλιος, ὅλο τὴν ξήλωνε – κάτω στὴν πόλη καθόλου δὲν θά ᾽χε· ἔλαμπε αὐτὴ πίσω ἀπὸ τὴν ἀχλὺ σὰν κακὸ μάτι.


*Ἡ συλλογὴ ἀφηγημάτων τοῦ ΗΛΙΑ Λ. ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΥ «Ἡ ἀλεποὺ τῆς σκάλας καὶ ἄλλες ἱστορίες» θὰ κυκλοφορήσει ΠΡΟΣΕΧΩΣ ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Κίχλη.