Κυριακή, Ιουλίου 14, 2013

ΕΞΟΧΙΚΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΥΜΑ...


ξο­χι­κ πά­νω στ κύ­μα!
τοῦ Δημήτρη Κανελλόπουλου

 Τ 1971 μ­φα­νί­στη­κε ­νας ­γνω­στος στ σπί­τι μας,  ­πο­ος δή­λω­νε συγ­γε­νς ­π τν Πύρ­γο! Ζα­βς τ ­νο­μά του! Ζα­βς ­π’ τν Πύρ­γο… Στν ­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τά μας κα στν κα­χυ­πο­ψί­α μας, μέ­ρες πο ­σαν, μ ­τοι­μό­τη­τα τρο­με­ρή πανέλαβε: Ζα­βς ­π’ τν Πύρ­γο,  ν­τρας τς Ε­θυ­μί­ας, πετώντας τὸ ὄ­νο­μα μις πρώ­της ­ξα­δέλ­φης τς μά­νας μου, μις θεί­ας πο πο­τ δν γνω­ρί­σα­με, κι ­τσι ­νοι­ξε ν­τε­λς μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα καμπ­κε  θε­ος ­να­γνώ­στης Ζαβός στ μέ­σα σπίτι μας. Ε­πε ­κό­μη πς ε­χε λ­θει γι δου­λει­ς στν ­θή­να ­που θ πα­ρέ­με­νε γι με­ρι­κς μέ­ρες κα σή­με­ρα Κυ­ρια­κὴ, σκέ­φτη­κε νὰ ἔλ­θει ν μς γνω­ρί­σει, πο τό­σα ε­χε ­κού­σει ­π τν γυ­ναί­κα του γι τν ­γα­πη­μέ­νη της ­ξα­δέλ­φη, τ μά­να μου δη­λα­δή. Με­τ τν ­μη­χα­νί­α τν πρώ­των στιγ­μν, ­κο­λού­θη­σε μί­α «­κρη­κτι­κή» γ­καρ­δι­ό­τη­τα, ε­δι­κὰ ὅ­ταν ρχισε νμε­τα­φέ­ρει νέ­α ­π τν σύ­ζυ­γό του θεί­α Ε­θυ­μί­α, πεν­τάρ­φα­νη πρώ­τη ­ξα­δέλ­φη τς μά­νας μου, πο τν βαλε πηρέτρια σ’ να σπίτι στὸν Πύργο παππούς μου, γι ν ζήσει. Τ ­πάγ­γελ­μά του ­ταν τσαγ­κά­ρης. ­πο­δη­μα­το­ποι­ς κα­θς ε­πε. Μ μα­γα­ζ στν κεν­τρι­κ ­δ τς ­λεια­κς πρω­τεύ­ου­σας. Στν δ ρ­μο!

 

­ταν Κυ­ρια­κή,  πα­τέ­ρας μου ε­χε ρε­π κα τν πα­ρα­κα­λέ­σα­με σχε­δόν, ν μεί­νει, ν φ­με μα­ζ τ με­ση­μέ­ρι. Τέ­τοι­α ­ταν  ο­κο­γε­νεια­κή μας χα­ρ­στε μά­να μου το ­βα­λε τν με­γα­λύ­τε­ρη με­ρί­δα κο­τό­που­λου, δεγ­μα τς ­γά­πης πρς τν ­ξα­δέλ­φη της πο ε­χε ν δε πά­νω ­π τριά­ντα χρό­νια…

Με­τ τ με­ση­με­ρια­νό, κά­τσα­με στ σα­λό­νι ­που  θε­ος ­να­γνώ­στης μ τ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κ ­λεια­κ προ­φο­ρά του, ­δω­σε τρο­φ σ ­λες τς ­πο­ρί­ες μας γύ­ρω ­π τν ο­κο­νο­μι­κ κα κοι­νω­νι­κή του κα­τά­στα­ση, πλού­τι­σε τς γνώ­σεις μας γι τ ­θνο­σω­τή­ριο ρ­γον τς ­πα­να­στά­σε­ως, ­πε­δεί­χθη φα­να­τι­κς ­πα­δς το

­λυμ­πια­κο, δεί­χνον­τάς μας ­να ­πό­κομ­μα τς ­φη­με­ρί­δος ΠΑΤΡΙΣ, ­που  ­φη­με­ρί­δα πα­ρου­σί­α­ζε α­τν κα τ κα­τά­στη­μά του, ο το­χοι το ­ποί­ου ­σαν κα­ταλ­λή­λως ­πεν­δυ­μέ­νοι μ ­λό­κλη­ρες σε­λί­δες τς ­θλη­τι­κς ­φη­με­ρί­δος ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΣΠΟΡ….

Κά­ποι­α στιγ­μ κα μέσα στν ­φο­ρί­α τς πε­ρι­στά­σε­ως μς μί­λη­σε γι τ ­ξο­χι­κό του στν Σπιά­τζα, λί­γο ­ξω ­π τν Πύρ­γο. Ε­πε πς ­κε  πα­τέ­ρας του ­φτια­χνε μί­α ­χε­ρο­κα­λύ­βα κα κου­βα­λο­σε ­π τν Πύρ­γο τ  φα­με­λιά του γιδι­α­κο­πς τ κα­λο­καί­ρι, κι ὅτι ­κε, στν ­διο χ­ρο, πά­νω στν μ­μο δη­λα­δή,  ­διος ­κα­νε πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τ ­νει­ρο το πα­τέ­ρα του λ­λ κα τ δι­κό του..! ­φτια­ξε ­να σπί­τι ­π λα­μα­ρί­νες πρς τ πα­ρόν, λ­λ σπί­τι(!) μ τρί­α δω­μά­τια κακου­ζί­να! Πά­νω στν μ­μο κα μπρο­στ στ κύ­μα. Κα­τά­φε­ρε μά­λι­στα ν βά­λει κα ρε­μα κα πομ­πω­δς μς ­νη­μέ­ρω­σε πς ­νοι­ξε κα βό­θρο, κι ­τσι τ «σπί­τι» δι­α­θέ­τει ­λα τκομ­φόρ! Ν, ε­πε, δε­τε κι ­βγα­λε ­π τ πορ­το­φό­λι του μιφω­το­γρα­φί­α κα μς τν ­δει­ξε. Πρ­τα τν π­ραν ο γο­νες μου κατν κοι­το­σαν μ θαυ­μα­σμ κα­τό­πιν τν ­δω­σαν σμέ­να, πο ­μουν ρ­κε­τ με­γά­λος κα μπο­ρο­σα ν κα­τα­λά­βω τν πρό­ο­δο το θεί­ου ποος κατ τλεγόμενά του, ξε­κί­νη­σε ­π τ μη­δν κι ­φτα­σε ν ­χει ­ξο­χι­κ πά­νω στκ­μα ..! Ε­δα λοι­πν μί­α ξύ­λι­νη πα­ράγ­κα, στη­ριγ­μέ­νη πά­νω σκά­τι δο­κούς, βαμ­μέ­νη μ παρ­δα­λ χρώ­μα­τα, ­που κυ­ρι­αρ­χο­σε τ μπλ λου­λα­κί! Α­γα­ο ε­πα π  μέσα μου, κι ς γι­νό­ταν  προ­σβο­λ μ­προ­σθεν το ­ο­νί­ου. Στν μιγω­νι ­νέ­μι­ζε  λ­λη­νι­κ ση­μαί­α. Στν λ­λη το ­λυμ­πια­κο­κεί­νη την ­πο­χδν γνω­ρί­ζα­με τς βρα­ζι­λι­ά­νι­κες φα­βέ­λες!

 θε­ος γι ν δεί­ξει τν ν­θου­σια­σμό του, μς κά­λε­σε ο­κο­γε­νεια­κς στν Πύρ­γο. Θ μς φι­λο­ξε­νο­σε ­λο τ κα­λο­καί­ρι στ «σπί­τι» τς Σπιά­τζας. Κι ­σο προ­χω­ρο­σε  ­ρα καὶ ἔ­πι­νε κα κα­νέ­να πο­τη­ρά­κι, τό­σο ­νοι­γε  καρ­διά του καγι­νό­ταν ­νας ­πέ­ραν­τος χ­ρος στν ­πο­ο μς το­πο­θέ­τη­σε ­λους μας ­π τν πρώ­τη στιγ­μή πο μς εδε.  ξαφνικὴ ἀ­γά­πη του γι μς, ε­χε με­τα­τρα­πε σ ­ρω­τα κι ­τσι ­κεπο θ μς φι­λο­ξε­νο­σε ­λο τ κα­λο­καί­ρι, τώ­ρα πέ­ρα­σε σὲ ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρες κ­δη­λώ­σεις λατρείας. Μς δή­λω­σε ­πε­ρί­φρα­στα πώς, δί­πλα ­π’ τ δι­κό του σπί­τι, ­πάρ­χει «πια­σιά» γύ­ρω στ τρι­α­κό­σια μέ­τρα! Ν π­με α­ριο κι­ό­λας κά­του, ­πέ­με­νε στν πα­τέ­ρα μου, ν π­με ν τ πε­ρι­φρά­ξεις! Κα με­τά, θ κα­θα­ρί­σω ­γ μ τν δι­οι­κη­τ ­σφα­λεί­ας καθ τφκιά­ξεις τ ­ξο­χι­κό…! 

Πέμπτη, Μαΐου 23, 2013

Vasile Igna: IORDAN CHIMET - șapte ani de absență

Ὁ φίλος μου ὁ Iordan Chimet
Στὶς 23 Μαΐου τοῦ 2006 ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν τὸν μάταιο κόσμο μιὰ σπουδαία φυσιογνωμία.Ὁ Iordan Chimet. Ὁ Iordan Chimet γεννήθηκε στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 1924 στὸ Γαλάτσι τῆς Ρουμανίας. Πέρασε μιὰ πολυτάραχη ζωὴ γεμάτη διώξεις ἀπὸ τὸ κομμουνιστικὸ καθεστώς. Συγγραφέας παιδικῶν βιβλίων μοναδικός, ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, σεναριογράφος καὶ σπουδαῖος μεταφραστής. Γνωρίστηκα μαζί του τὸ 1980, μέσω τοῦ κοινοῦ μας φίλου του ἀγαπημένου Vasile Igna, στὸ σπίτι τοῦ τελευταίου στὸ Cluj. Ὑπῆρξε σ’ ὁλόκληρη τὴν ζωὴ του ἀδιάλλακτος δημοκράτης. Πιστὸς στὶς ἀρχὲς τοῦ σεβασμοῦ τῆς γνώμης καὶ τῆς προσωπικότητας τοῦ ἄλλου. Ἦταν σπουδαῖος φιλέλληνας καὶ ἐραστὴς τῆς ποίησης τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη. Σ’ αὐτὸν ὀφείλεται ἡ σπουδαία συλλεκτική, συγκεντρωτικὴ ἔκδοση τῶν ποιημάτων τοῦ Ἐλύτη, ἀμέσως μετὰ τὴ βράβευση τοῦ τελευταίου μὲ τὸ βραβεῖο Νόμπελ. Ἀξέχαστες θὰ μοῦ μείνουν οἱ συναντήσεις μου μὲ τὸν Iordan Chimet, ὅταν κατέβαινα στὸ Βουκουρέστι. Συναντιόμασταν σὲ ἀπόμερες γωνιὲς καὶ περπατούσαμε μὲ τὶς ὧρες γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὴν παρακολούθηση. Γυρίζαμε στὸ πάρκο Cismigiu καὶ βυθισμένοι στὶς συζητήσεις χανόμασταν πίσω ἀπ’ αὐτὸ φτάνοντας μὲ τὰ πόδια μέχρι τὴν Gara de Nord… Τελευταία φορά, τὸν εἶδα στὸ Βουκουρέστι τὸ 1998. Μαζὶ μὲ τὸν Γιάννη Σκλαβενίτη. Τοῦ κάναμε τὸ τραπέζι στὴν Capsa. Κι ἐκεῖ, μετὰ τὴν πτώση τοῦ Ceausescu, αἰσθανόταν ἄβολα. Τὰ μάτια του ἔπαιζαν διαρκῶς ἕνα γύρω νὰ δεῖ μήπως τὸν παρακολουθοῦν. Σπουδαῖο ἔργο τοῦ Iordan Chimet εἶναι τὸ "Dreptul la memorie" (1992-1993 καὶ ἡ Ἀνθολογία  "Momentul adevarului" (1996), καὶ τὰ δύο Ἐκδόσεις Dacia, στὶς ὁποῖες διευθυντὴς ἦταν ὁ φίλος ποὺ μᾶς γνώρισε Vasile Igna. Ὡς ἐλάχιστο φόρο τιμῆς στὴ μνήμη τοῦ Iordan Chimet, ὁ Vasile Igna ἔγραψε ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ blog Ὀροπέδιο τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ. Ὁ ἀγαπημένος μας φίλος Iordan Chimet μᾶς περιμένει στὸ βασίλειο τῆς Ἀνυπαρξίας, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔκανε τὸ καθῆκον του ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους…
Δημήτρης Κανελλόπουλος
 
 
Vasile Igna
IORDAN CHIMET - șapte ani de absență
Se împlinesc azi, 23 mai, șapte ani de când ne-a părăsit Iordan Chimet. Șapte ani în care absența lui a devenit pe cât de dramatic resimțită de cei care l-au cunoscut nemijlocit, pe atât de puțin băgată în seamă în peisajul cultural românesc. Și nu e vorba doar de faptul că numele lui nu mai e pomenit nici măcar cu acest prilej comemorativ    (excepție fericită face cotidianul Adevărul, care-i dedică azi un articol), ci de realitatea îngrijorătoare că moștenirea lui culturală e ignorată aproape cu desăvârșire. O cultură (din păcate, nu singura și nu doar cu acest caz!) care își permite să-i ignore pe cei care, pe lângă importanța operei, au ținut trează, în vremi grele, flacăra speranței și a demnității are încă multe de învățat în privința respectului de sine. Scriam, la sfârșitul lui 2006, anul morții sale, următoarele, ca prefață la cel de-al doilea volum, postum, al Cărții prietenilor mei:
„Scăpase , ca prin minune, din închisoare, ajunsese foarte devreme să nu mai aibă nici o iluzie cu privire la posibilitatea de reformare a comunismului românesc, suportase, cu o resemnare aproape senină, numeroase privațiuni și dezamăgiri, își asumase, cu o uimitoare naturalețe, condiția de scriitor marginalizat (de „locuitor al Marginaliei”, spunea el, „ocolit de demonii orgoliului și ai succesului cu orice preț”). Și, totul, doar pentru a-și păstra independența spiritului, spre a nu face concesii, sprea nu fi obligat să spună ceea ce nu credea. Puțini l-au înțeles și, din păcate, și mai puțini l-au urmat. Impecabil diagnostician al lumii românești, nu rareori spusele lui erau întâmpinate cu rezervă sau scepticism, deoarece „vizionarismul” lui se hrănea nu doar din meditație și analiză, ci, mai ales, din speranță și iubire (...) Exemplaritatea comportamentului social și toate cărțile sale, inclusiv cele de ficțiune, în care a făcut elogiul libertății, al democrației, al adevărului, al umanismului, al spiritului de toleranță, l-ar fi îndreptățit nu doar să fie consultat, ci și ascultat. Ce altceva sunt capodopera sa, romanul Închide ochii și vei vedea orașul, Cele douăsprezece luni ale visului. O antologie a inocenței, volumele dedicate artei plastice din America Latină, cinematografului mut sau marelui poet Odysseas Elytis, dacă nu adevărate manifeste pentru nevoia omului de a se întoarce spre sine și de a căuta în interiorul lui sursa primară și indeniabilă a libertății? Și ce altceva sunt masivele volume publicate după 1989, dar gândite și pregătite mult înainte (Dreptul la memorie, o adevărată Biblie a identității românești, Momentul adevărului, Cele două Europe, cele două Românii, Ieșirea din labirint) dacă nu fructele acelei pedagogii superioare, care l-a animat toată viața, de acontribui, cât de puțin, la educația democratică a românilor? Iar „modelele” pe care le propunea, ca și acelea pe care le-a condamnat ca fiind surse de confuzie și rătăcire, l-ar fi recomandat pentru o asemenea postură”
Iar dacă Iordan Chimet a reușit să supraviețuiască așa cum a supraviețuit, să rămână până în ultimele clipe, același spirit independent, același optimist incorigibil ( sus capul, mergem mai departe!, obișnuia el să spună) – egal cu sine, solidar cu alții – se datorează, fără nicio îndoială, și prietenilor săi. Din țară și dinafara ei.
Iubea Grecia. O iubea cu  pasiunea și luciditatea omului de cultură, dar și cu nostalgia prietenilor săi greci din Galațiul copilăriei și, mai târziu, cu cea a prietenilor săi scriitori. Odysseas Elytis, căruia, la primirea premiului Nobel, i-a dedicat cel mai frumos și mai impresionant volum apărut înafara țării, i-a purtat lui Iordan o prețuire și o prietenie niciodată dezmințită; Dimitris Kanellopoulos, pe care îl iubea pentru poezia sa, dar și pentru sufletul lui deschis și generos, a fost alături de Iordan în multe din momentele lui dificile, prețuindu-i acestuia nu doar prietenia de frate mai mare, ci și spiritul său liber, optimismul și curajul său civic. 
Fie, ca măcar astăzi, cei ce l-au cunoscut și l-au prețuit să se gândească la Iordan și la ceea ce el spunea mereu, cu sinceritatea și directețea care l-au caracterizat: „Secretul supraviețuirii mele au fost marile ipostaze ale iubirii, familia și prietenii”.

Κυριακή, Μαΐου 12, 2013

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ: ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΦΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΦΤΩΧΕΙΑ

Ἀνέστης Εὐαγγέλου
1937-1994
Στὴν καταφρόνια καὶ στὴ φτώχεια
 
Στὴν καταφρόνια καὶ στὴ φτώχεια πέρασες τὰ χρόνια σου—
μὴν τὸ ξεχνᾶς.
                         Κι ἂν τώρα
τόσο ἀναπάντεχα ἐγύρισε ὁ τροχὸς
καὶ βρῆκες ροῦχα κι ἕντυσες τὴ γύμνια σου
καὶ σπίτι καὶ φωτιὰ νὰ ζεσταθεῖς
καὶ δυὸ γλυκὲς κουβέντες—
μὴ λησμονεῖς ποτὲ τὴν προσφυγιὰ
καὶ μιὰν ἀγάπη γιὰ τοὺς στερημένους.
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Τὸ διάλειμμα (1976)
FOTO: Κατερίνα Πετρίδου

ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ: ΚΑΡΠΑΘΙΑ ΟΡΗ


Κ Α Ρ Π Α Θ Ι Α    Ο Ρ Η


Τί γίνεται ὅταν μὲ τὰ χρόνια σὲ νεκρώνουν ὅλοι
Τῶν ἄλλων τὰ λακτίσματα, τάχα μιὰ λάμψη μὲς στὸ νοῦ
Κι ἕνας λυγμὸς στ’ ἄδεια δωμάτια σὲ ἀποπαίρνει

Χιόνι λεπτό, φαρμακεροὶ ἐναγκαλισμοὶ
Πρὸς τὶς ἐξόδους τῶν μεγάλων δρόμων ἕρπεις
Παγώνεις μὲ τὴν ἄνοιξη, τὸ φῶς της σὲ ταλαιπωρεῖ
Κι ἡ πόλη σου εἶναι ξένη

Μὲ ρίζες, σκέψη καὶ καρδιὰ παλιὰ
Ἀνήκοντας σ’ ὅλη τὴ γῆ, φτωχὸς κι ἀδέσποτος


Ἀπὸ τὴν ἑνότητα «ΠOIHMATA THΣ TEΛEYTAIAΣ ANOIΞHΣ»
(1969-1971), στὸ βιβλίο Ὁ Δύσκολος Θάνατος, ἐκδ. Νεφέλη