Κυριακή, Ιουλίου 14, 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: ΤΟ ΑΛΟΓΟ...


Τὸ ἄλογο
το Δημήτρη Κανελλόπουλου

ταν σηκώθηκε τ πρωί, δν εχε κόμη χαράξει. Εχε ν’ λέσει τ γεννήματα κάτι Κουμαναίων, πο τὰ εχανε στείλει μὲ τὰ παιδιά τους ποβραδίς. κενα τ χρόνια δν εχε μύλο στο Κούμανι κι ρχονταν παρέες-παρέες τ παιδι μ τ γεννήματα, ν’ λέσουν στ Νεμούτα. ψησε καφ στ θράκα. Τν πιε, βαλε τ μαύρη χλαίνη κα βγκε στ μπαλκόνι. ταν γυαλ τ ρημάδι. Τ χιόνι εχε τυλίξει λο τν τόπο. κανε κρύο διαολεμένο. π τ 1948 εχε ν κάνει τέτοιο κρύο. Κοντοστάθηκε. Πιάστηκε π τν κουπαστ κα κατέβηκε τ σκάλα μ προσοχή. Μ’ να παλούκι, πο πρε π τ στοίβα μ τ ξύλα, χτύπησε τν πόρτα το κατωγιο. Ντάκ, ντάκ, ντάκ…στερα επε:

Σηκωθετε ρ Κουμαναοι.. ϊντε κι ριξε να μέτρο χιόνι…

συρε τ λεσι κα κίνησε γι τν μύλο. Στ δρόμο, ψυχή. Περπατοσε μ δυσκολία. Τ χιόνι φτανε στ γόνατο. νάσα του καθς βγαινε π τ ρουθούνι πάγωνε. Μι χαψι δρόμος τανε μέχρι τν μύλο. Κι κανε δυ φορς περισσότερο μέχρι ν φτάσει.

Στ φράχτη το Νώντα, γλίστρησε. Κρατήθηκε, δν πεσε. Στάθηκε στν πλαϊν πόρτα, βγαλε τ βαρύ, σιδερένιο κλειδ κι νοιξε. Δυσκολεύτηκε ν βάλει τ μηχαν το μύλου μπροστά. Εχανε παγώσει τ μπέκ. Μετ πιασε ν ρίξει τ στάρια στν καταπακτ κι ρχισε ν’ λέθει. Ξεκλείδωσε κα τν μπροστιν πόρτα, λλ τν φηκε κλειστή γιατὶ θ πάθαινε πνευμονία ν τν νοιγε. ναψε τ μαγκάλι, συγύρισε να γύρω κι κατσε στ γωνιά. Τ λιθάρια, βροντοσαν σν ρχονταν γύρω μ ταχύτητα κα μηχαν σπαζε τν πόλυτη συχία το πρωϊνο. γλυκι μυρουδι το λεσμένου σταριο, ἔμπαινε σιγά-σιγ ἀπὸ τ ρουθούνια του καὶ κατακάθιζε στὴν ψυχή του. βγαλε π’ τ βοηθητικ τσέπη το παντελονιο του, τ χρυσ ρολόι, πο το ’χε στελει μαρο Νιόνιος ὁ ἀδερφός του π τ Κλήβελαντ. Κοίταξε τν ρα. δειχνε χτ παρ δέκα. στερα πῆρε ταμπάκο ἀπὸ τὴν σακούλα κι στριψε τσιγάρο. π’ ξω, ρχισαν ν’ κούγονται ο φωνς τν παιδιν, πού, πρν πνε στ σχολεο, παιζαν χιονοπόλεμο.

Σ λίγο ρθανε κι ο Κουμαναοι. Καμι δεκαρι γόρια κα κορίτσια.

Νά, φτιάχτε καφ στ θράκα τος επε. Κάντε οκονομία μοναχ στ ζάχαρη, τί δν χει τρόπο ν φέρει Μπάμπης π τν Πύργο, μ τέτοια κακοκαιρία….

ντάξει μπάρμπα, επε Γιαννούλα το Σαντάρμη, θ κάνω γ τος καφέδες…

―Πᾶρε νερ π’ τ βίκα επε μπάρμπα Σταῦρος.

―Μ πονάει κούτραφάς μου, δν κοιμήθηκα καλά, επε Δημητράκης Μπελόκας.

Τί ν σο κάνω, πάνου στ σάλα κοιμηθήκανε ο τσιοπες… Βάλατε κούτσουρα στ τζάκι φήκατε τ φωτι κι σβησε;

―Δ φταίει φωτι μπάρμπα, ολη νύχτα καιγε... Νά, μ τν γρασία μ πιάνει…

μπάρμπα Σταῦρος κατέβαζε τ πρτα τσουβάλια, γιομάτα ζεστ λεύρι κα μ τ βοήθεια τν παιδιν, τ ζύγιαζε μ τ καντάρι. Μετὰ, τ βάνανε στ γωνιά, χωριστ το καθενός. Πο κα πο κανε παρατηρήσεις:

―Πρόσεχε Σπήλιο, μ φορτώσεις νάγερτα τ τσουβάλι κα σπείρεις τ’ λεύρι στὴν Κάπελη…

Γελάγανε ὅλα, γόρια κα κορίτσια.

Μπάρμπα, Μπουτσαής, φαγε νταφλα ψς κι ολη νύχτα εχε ὁ μαῦρος νακαψίλα…

―Σκάσε ρ, ολα θν τ μαρτυρήσεις; Ρουφιάνε….

Να μπάρμπα, ναί, λέγανε τ’ λλα, κι ολο κλανε π κ π τν ντρομίδα…

―Τ’ κουγα ρ μπάσταρδα τ σκαουμπάρντα πο πέφτανε συνέχεια στ κατώι, λεγε μπάρμπα Σταῦρος κα ξεκαρδιζότανε λη παρέα στ γέλια.

Ρ μαλάκα μν τόνε λς κλανιάρη, τί θ στ χώσει πέρα κε στ γάγκλα, στο Χαρατσάρι τ ρέμα…

ιντε μωρ λουποπορδ κα θ σ σιάξω γ πο μ λς κλανιάρη… Τ γέλια τ σβηνε θόρυβος τν λιθαριν το μύλου πο γύριζαν μ μεγάλη ταχύτητα λέθοντας τ στάρι.

Κατ τς δέκα, θει Καλομοίρα, φερε ζεστ μπομπότα κι αγά, λης κα λίγες τσιγαρίδες.

Πά, πά, π το διαόλ’ τ κρύο… Πο θ πτε παιδάκια μου πίσω στο Κούμανι μ τέτοιο κρύο, λεγε πλώνοντας τς πετσέτες πάνω στ κασόνια ν’ κουμπήσει, κάτι τσίγκινα πιάτα ν φνε τ παιδιά.

―Βάλε κα τσίπουρα ν ζεσταθομε γρηά, θ φύγουν τ παιδιά. Τί ν κάνουνε δ μ μένα, γ διωξα τ δικά μου… τς λεγε μπάρμπα Σταῦρος…

Θ μεθύσουνε ρέ κι ντ ν πνε π τν Κάπελη θ πέσουνε κατ τ Ντοάνα… λτε ρέ… φτε ρ διακονιάρικα, ν καρδαμστε… ϊντε νάχετε πινογά, πς θ’ νεβετε τ βουν μέχρι τν Κάπελη..; κενα, σν τ μελίσσι πέφτανε πάνω στ καλούδια.

ϊ λεγε μπάρμπα Σταῦρος, φστε κα γι μένα καμι μπουκι ρέ…

Μ γέλια κα μ τραγούδια λέθανε κα κατ τς ντεκάμιση τελειώσανε.

ϊντε παιδιά, ϊντε σαμαρστε τ’ λογα, ν φορτώσουμε, ν φύγετε, ϊντε κα μς πρε τ γιῶμα…

ταν τελειώνανε τ ζύγιασμα το καθένα, μπάρμπα Σταῦρος ρώταγε:

―Νὰ κρατήσω τ δικαίωμα ρέ, ν τ γράψω στ τεφτέρι;

―Κράτα το μπάρμπα, το λεγε νας.

―Γράφτο μπάρμπα, λεγε λλος.

Μετ πο τελειώσανε, πήγανε ν φέρουν τ ζά. Τ’ λογα τ εχανε λίγο πι πέρα, στ κατώι το πατρικο, το μπάρμπα Σταῦρου. Μπαίνανε π τν πορτοπούλα πο βρισκότανε νατολικά, πίσω π’ τ σπίτι, στος κήπους. Τ’ γόρια βγήκανε στ χιόνι. Ο δυ τσιοπες, Κυριακούλα κα Μαρίτσα κάτσανε στ μύλο.

Ν τσιοπες μου, πάρτε τ μπομπότα κα τ τυρ πο περίσσεψε γι τ δρόμο, επε θεία Καλομοίρα. Τ κοριτσάκια τν εχαριστήσανε κα τὴν φιλήσανε λέγοντας:

―…εχαριστομε γι λα θείτσα, θ σο φέρουμε μέλι ταν ξανάρθουμε… 

Δν περάσανε πέντε λεπτ κα τ παιδι γυρίσανε ντρομα πίσω. Φωνάζανε:

―Μπάρμπα τρέχα, ψόφησε να λογο ξω π’ τ κατώι… μπάρμπα μπάρμπα Σταῦρος πετάχτηκε ατιασμένος. σια πο πρόλαβε ν κατεβάση τ διακόπτη τς μηχανς. Βγκε ξω στ χιόνι χωρς ν ρίξει πάνω του τ χλαίνη… Περάσανε π τ φράχτη το Νώντα κα πήγανε σια στ πατρικό του. Πίσω ο κποι κατάλευκοι, μέχρι τ ποτάμι.

Μπροστ στ κατώϊ το πατρικο, τ χιόνι εχε γίνει βουνό. νας λοστρόγγυλος λόφος. Μετ τν πρώτη κπληξη, πλησίασε. Τί ν δε; να λογο καταγς, σκεπασμένο π τ χιόνι μ τ κεφάλι πλωμένο πάνω στ σκαλοπάτι, μπροστ στν πόρτα το κατωγιο. Πλησίασε κόμη περισσότερο. ταν Ψαρής, τ’ λογο πο εχε τάξει γυναίκα του θει Καλομοίρα, στν γι Τριάδα γι ν μν τν κτελέσουν τ ’48. ταν κρατούμενος τότε στ στάδιο τς Πάτρας. Πλέρωνε τὶς ἁμαρτίες του.

Ἦταν τὸ ἄλογό του. Τὸ εἶχε ἀγοράσει ἀπὸ ἕνα φίλο του, γύφτο τσαμπάση ἀπὸ τὴν Μπαρμπάσαινα, τὸ σαράντα δύο. Τὸ εἶχε μεγαλώσει. Αὐτὸν ἐγνώριζε μονάχα γι’ ἀφεντικό του. Διαρρήκτης, τὄχε γοράσει τρία ἑκατομμύρια, ὅταν βγῆκε στὸν πληστηριασμὸ ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας. παπάς, πρε τ λεφτ κι ἔδωσε τὸ ἄλογο. Μετὰ ποὺ ὅλα τελειώσανε, πῆγε ὁ Σταῦρος στὸν Διαρρήκτη καὶ ζήτησε ν’ ἀγοράσει πίσω τὸ ἄλογο. Χωρὶς νὰ τὸν κοιτάξει, ὁ Διαρρήκτης εἶπε:

Οὔτε κουβέντα, δὲν τὸ πουλάω σὲ σένα. Ὄξω ἀπ’ τὸ σπίτι μου…

Πρὶν τελειώσουνε τὴν κουβέντα, τὸ άλογο, μύρισε τὸ πρώην ἀφεντικὸ του κι ἄρχισε νὰ χλιμιντρίζει μέσα στὸ κατώι. Ὁ Διαρρήκτης, πῆρε ἕνα παλούκι κι ἔκανε νὰ μπεῖ μέσα.  

―Σὲ παρακαλῶ, εἶπε ὁ Σταῦρος, μὴν τὸ βαρέσεις.. Πούλησέ το μου, ἂν δὲ σοῦ κάνει…

Φύγε, ἔσκουξε ὁ ἄλλος, φύγε θὰ σοῦ κάνω μήνυση ὅτι μὲ ἀπείλησες, φύγε…

Ὁ Σταῦρος ἔφυγε. Πίσω ὁ Διαρρήκτης, σάπισε τὸ ἄλογο στὸ ξύλο.

Πολλὲς φορές, ὅταν πέρναγε μπροστὰ ἀπὸ τὸ μύλο ἢ ἀπὸ τὸ πατρικὸ σπίτι τοῦ Σταῦρου, τὸ ἄλογο στύλωνε τὰ πόδια καὶ χλιμίντριζε. Ὁ Διαρρήκτης τὸ βάραγε ἀλύπητα προκειμένου νὰ προχωρήσει. Κι ὁ Σταῦρος, μέσα στὸ μύλο, ἦταν σὰ νὰ πέθαινε κάθε φορὰ ποὺ ὁ μουσαβέτσης βασάνιζε τὸ ἄλογο…

                           

ΜΕ ΜΙΑΣ ΚΙΝΗΘΗΚΕ. ρχισε ν διώχνει τ χιόνι μ τ χέρια. Βόηθαγαν κα τ παιδιά.

κακοπόπαθα φώναξε, πάει τ ζωντανό. Καθς τ εχε ξεσκεπάσει, παγωμένο κρύσταλλο, νασήκωσε τ κεφάλι του πο κουμποσε στ σκαλοπάτι. Μι λίμνη παγωμένο αμα, ἁπλωνόταν πάνω στὸ τσιμέντο…

Τ παιδι πήγανε στ καφενεο το Χαραλάμπη κα τ επανε στν κόσμο. Βγήκανε ὅλοι οἱ θαμῶνες ξω καὶ τρέξανε στοῦ Σταῦρου τὸ πατρικὸ. Μαζεύτηκε κόσμος πολὺς π τς φωνές. Γύρισε κα γυναίκα του θει Καλομοίρα πο τὴν εἰδοποίησε ἡ γρηὰ Δημοσταίνενα. Μόλις εδε τν Ψαρή, καταγς παγωμένο, βγαλε μιὰ κραυγ κα λιποθύμησε· τὄχε μεγαλώσει μαζὶ μὲ τὸν ἄντρα της π μικρ πουλάρι τ ζωντανό. Τότες Κουκοβαγγέλης πο εχε φτάσει κε μ τς φωνς επε:

—Ολη τ νύχτα τ βάραγε τ μαρο… ολη τ νύχτα... νοιξα τ σκούρα, μ δν βλεπα. κουγα μονάχα. Μετὰ, φαίνεταιτι τ λογο, κοψε τ λουρ κα τοὔφυγε π τν νοιχτ πόρτα. Βγκα στ σκοτεινά. Τν εδα μ τ ξύλο στ χέρι. τρεξε ἀναμαλλιασμένος μέχρι τ δρόμο. Κοίταξε δεξιὰ-ζερβ γιὰ λίγο… Χιόνιζε τ ρημο τόσο… πέκει, νέβηκε πάλι στ σπίτι. κλεισε μ δύναμη τν πόρτα. στερα πεσε σιωπή…

Κάποιος πγε ν τν φωνάξει. Γύρισε μόνος του πίσω.

Τί γινε; Τν εδοποίησες; τν ρώτησε μπάρμπα Σταῦρος.

—Ναί, επε θἄρθει… γρι στ πλάϊ, συνλθε κι πιασε τ κλάμα. Σιγομουρμούριζε κλαίγοντας τ βάσανά της πο τν καναν ν τάξει τ’ λογο στν κκλησιά. Τν μαύρη τύχη του πο πεσε σ κακ χέρια… Ξανάρχισε ν χιονίζει. Τ τραβήξανε κα τ βάλανε κάτου π τν κρεββάτα. Στέκονταν λοι λυπημένοι κα τ κοίταζαν. Κάτι γυνακες ρθανε κα πήρανε τ δόλια θειά.

ρα περνοσε, μ Διαρρήκτης δ φαινόταν. κόσμος εχε πληθύνει. Βάρεσε ἡ καμπάνα, γιὰ τ’ ἀπογεματινὸ μάθημα. πόκοντα μαζεύτηκαν κα τ παιδι πο πήγαιναν στ Σχολεο. Κανες δ μιλοσε. Μι μαύρη στεναχώρια εχε φωλιάσει στν ψυχ τν νθρώπων κι π τ μάτια τους βγαινε πρς τ ξω. Κάποιος επε:

Δὲν πμε πάλι ν τν φωνάξουμε ρ παιδιά, μν παθε τίποτα νθρωπος π τ στεναχώρια του…;

μπάρμπα Σταῦροςταν μίλητος, φαρμακωμένος. Γύρω του στέκονταν τ παιδι π το Κούμανη.  

ϊντε παιδάκι μου ν φύγετε μὴ σᾶς πιάσει τ βράδυ στ δρόμο, τοὺς εἶπε. ϊντε τώρα πο νοιξε λίγο καιρός…

Τ παιδι ρχισαν ν φορτώνουν τ λογα μ τ σακιά. ρχισαν ν χαιρετνε τν μπάρμπα Σταῦρο κα ν κιννε. κόσμος εχε ραιώσει. Λίγοι πο εχανε μείνει, σαντε ξω π τὴν πόρτα το μύλου θλιμμένοι. κείνη τν ρα, φάνηκε Διαρρήκτης πάνω στ γαϊδούρι του. τανε τυλιγμένος μ’ να πλάδι. π μπροστ προεξεχε κάννη τς καραμπίνας. Παραξενεύτηκαν. Πενήντα μέτρα πι πέρα ταν τ σπίτι του, μ τ γαϊδούρι καβάλα θ ’ρχόταν; Ατός, χωρς ν σταματήσει, γύρισε κα το επε:

Δικό σου δν τανε τ μπάσταρδο;… , πάρτο τώρα σ ν πς ν τ πετάξεις στ λάκα τ’ κος…; Γύρισε τ κεφάλι του τν λλη μερι κα συνέχισε τ δρόμο του.

λοι μειναν μαρμαρωμένοι. Κανες δν επε λέξη. Μονάχα σν σκαπέτηκε Διαρρήκτης πέρα κατ τ Γυφτιάνικα, Λάκης το Φουσιάνη, επε:

Μπάρμπα Σταῦρο, ν σ βοηθήκουμε…

Να παιδάκι μου, μν τ σύρετε το δόλιο… Σηκωτ ν τ πᾶτε, τί μονάχος μου δ μπορ

Σηκώσανε τ ζωντανό. Μεγάλο τ βάρος. Τ φέρανε πίσω π τὸν μύλο. Χιόνι παντο. Τ πήγανε μ δυσκολία παρακάτω π’ τν χτο.
δ τος επε, δ σκάφτε, ν τ χώσουμε…

Δεν υπάρχουν σχόλια: