Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2017

Δημήτρης Γ. ΚανελλόπουλοςΗ ονειροποιητική γραφή του Ηλία Λ. Παπαμόσχου - Μια καινούργια γραφή στην Ελληνική Πεζογραφία[Απόσπασμα από αδημοσίευτη μελέτη]


...Διαβάζοντας τα μικρά σε έκταση διηγήματα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου, αισθάνεσαι ένα αισθηματικό ξάφνιασμα. Με λιτό και στιβαρό λόγο σε εισάγει σε μια “ονειροποιητική” μυθολογία, όπου οι εικόνες από τον κόσμο των ζωντανών, στον κόσμο των κεκοιμημένων, από την πραγματικότητα στο φαντασιακό εναλλάσσονται με έναν διαρκώς εντεινόμενο ποιητικό τρόπο. 
Τα διηγήματα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου, δημιουργούν ένα νέο προηγούμενο στην ελληνική πεζογραφία: αυτή η διαρκής εναλλαγή του πραγματικού με το ονειρικό, ξαφνιάζει και καθηλώνει. Θαρρείς πως δημιουργεί μια νεα πεζογραφική αντίληψη, μια νέα εικονοποιϊα. Σα να γίνεται μια σύζευξη του παραδοσιακού φαντασιακού με μια ρομαντική παραδοσιακή εικονοποιΐα συζευγμένη με σουρεαλιστικά στοιχεία. Αυτή κατά την γνώμη μου είναι μια νέα μορφή έκφρασης. Θα μπορούσα να την αποκαλέσω ονειροποιητική γραφή. Όχι μόνο ως προς την φόρμα, αλλά και ως προς την διαρκή εσωτερική ροή: αισθημάτων, εικόνων που περιγράφονται αριστοτεχνικά, με ονειρικό, ποιητικό τρόπο... 
Το "όνειρο" στα διηγήματα του Παπαμόσχου, δεν είναι ούτε πηγή, ούτε αντικείμενο μελέτης. Αλλά είναι μια προσπάθεια να οικοδομηθεί μια πραγματικότητα που....



Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2017

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος Μ’ ἔχουν σημαδέψει κλασσικὰ ἔργα

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος
Μ’ ἔχουν σημαδέψει κλασσικὰ ἔργα

Τὰ χρόνια ποὺ ἄρχισα νὰ νιώθω τὸν κόσμο ἦταν δύσκολα χρόνια. Τὸ βιβλίο, στὶς φτωχογειτονιὲς ποὺ κατοικοῦσα, δὲν ἦταν εἶδος πρώτης ἀνάγκης. Ὅπως πολλὰ παιδιὰ τῆς γενιᾶς μου, ἀνακάλυψα κι ἐγὼ τὰ Κλασσικὰ Εἰκονογραφημένα, κι ἔτσι μπῆκα στὸν μαγικὸ κόσμο τῆς Λογοτεχνίας. Ἄρχισα νὰ κυνηγῶ τὰ «Κλασσικὰ» μὲ μανία καί, ἀνταγωνιζόμενος τοὺς παιδικούς μου φίλους, προσπαθοῦσα νὰ μεγαλώσω τὴν συλλογή μου. Τὰ ἀγοράζαμε συνήθως μεταχειρισμένα ἀπὸ ἕναν παλαιοβιβλιοπώλη. Ὅταν «κονομάγαμε» κανένα δίφραγκο, τρέχαμε στὸν «Γέρο», ὅπως ἀποκαλούσαμε τὸν παλαιοβιβλιοπώλη, καὶ ἀναζητούσαμε τεύχη τὰ ὁποῖα μᾶς ἔλειπαν. Μιὰ μαγεία: Οἱ Ἄθλιοι, Ὄλιβερ Τουίστ, Δαυὶδ Κόπερφιλδ, Χωρὶς Οἰκογένεια, Ἀνεμοδαρμένα Ὕψη, Παναγία τῶν Παρισίων, Ἡ μυστηριώδης νῆσος, Οἱ Τρεῖς Σωματοφύλακες, Χάλκμπερι Φὶνν καὶ Τὸμ Σώγιερ, τὰ Ἄγουρα χρόνια… Κάναμε κι ἀνταλλαγές. Κι ἀκόμη, τὰ παίζαμε στὶς ἀμάδες ἢ στὸ «πάρτα ὅλα»...  «Τὰ Κλασσικὰ Εἰκονογραφημένα» ἦταν τὸ πρῶτο ἀναγνωστικὸ ἐρέθισμα ποὺ μεταβλήθηκε ἀργότερα σὲ ἐξάρτηση…
Στὴν Ἐ΄ Δημοτικοῦ ἦλθα σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ μικρή, ἀλλὰ σχετικὰ καλὰ ὀργανωμένη, βιβλιοθήκη μιᾶς μακρινῆς «θείας». Κάθε ἀπόγευμα, μετὰ τὰ διαβάσματα γιὰ τὸ Σχολεῖο, μποροῦσα νὰ πηγαίνω ἐκεῖ καὶ νὰ διαβάζω γιὰ δυὸ ὧρες. Ἔτσι πιασα στὰ χέρια μου γιὰ πρώτη φορὰ τὰ μυθιστορήματα τῶν Ντοστογιέφσκι, Τολστόϊ, Τσέχοφ, Οὐγκώ, Βέρν, Ντίκενς καθὼς κι ἐκεῖνα τῶν Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα, Βιζυηνοῦ, Θεοτόκη…

Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2017

Δημήτρης Κανελλόπουλος O ΠΑΝΑIΤ IΣΤΡΑΤΙ ΚΑI ΤO ΜΑΚΡY ΧΕΡΙ ΤHΣ KGB

Δημήτρης Κανελλόπουλος
Ὁ Παναῒτ Ἰστράτι καὶ τὸ μακρὺ χέρι τῆς KGB

Εἶναι ἄνοιξη τοῦ 2008 καὶ βρίσκομαι στὸ Βουκουρέστι κυνηγώντας κάποιες χίμαιρες. Διευθυντὴς λέει σ’ ἕνα Ἵδρυμα Ἑλληνικό. Ἀλλοῦ θὰ μιλήσουμε γιαὐτό.
Εἶναι ἄνοιξη. Τὸ θερμόμετρο ἀνεβαίνει στὴ διάρκεια τῆς μέρας, ὁ ἄνεμος πέφτει καὶ ὁ ἱδρώτας κολλάει πάνω στὸ δέρμα. Καὶ ἡ συγκεκριμένη μέρα ἦταν ἰδιαιτέρως κουραστική. Κατὰ τὶς 5 τὸ ἀπόγευμα, βγῆκα στὴν ὁδὸ Pache Protopopescu, καὶ πρὶν γυρίσω στὸ σπίτι παληοῦ μου συμφοιτητῆ ποὺ μὲ φιλοξενοῦσε –ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Kogălniceanu– ψώνισα κάποια μικροπράγματα καὶ τσιγάρα, στὴν μικρὴ bacanie, ἕνα εἶδος βαλκανικοῦ mini market, ποὺ λειτουργοῦσε εἰκοσιτέσσερις ὧρες τὸ εἰκοσιτετράωρο, καὶ ἡ ὁποία βρισκόταν ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Vechiul Obor. Ὁ μπακάλης τὰ τύλιξε σὲ μιὰ παληὰ ἐφημερίδα, τὰ ἔβαλε μετά σὲ μιὰ νάϋλον σακκούλα καὶ μοῦ τὰ παρέδωσε ἀφοῦ εἰσέπραξε τὸ ἀντίτιμό τους. Ἐγώ, πῆρα τὸ τρόλλεϊ τοῦ γυρισμοῦ.
Ἡ κούραση κι ὁ ἱδρώτας μοῦ βάραιναν τὰ πόδια. Παρ’ ὅλα αὐτά, κατέβηκα στὸ κέντρο, στὸ Πανεπιστήμιο, καὶ μπῆκα στὴ Βιβλιοπωλεῖο Eminescu γιὰ νὰ ἀγοράσω ἐφημερίδες καὶ περιοδικά. Μ’ ἔπιασε ἡ ψυχή μου. Τὸ παληό, μεγάλο βιβλιοπωλεῖο, δὲν ὑπῆρχε πιά. Εἶχε τεμαχιστεῖ σὲ πολλὰ μικρομάγαζα καὶ τὸ ὑπόλοιπο, σ’ ἕνα στενάχωρο ρυπαρὸ χαρτοπωλεῖο, τὸ ὁποῖο πουλοῦσε κυρίως φτηνά, κινέζικα προϊόντα. Βγῆκα ἔξω καὶ πῆρα πεζὸς τὴν κατηφόρα γιὰ τὸ σπίτι τοῦ φίλου μου.
Τὸ διαμέρισμα βρισκόταν ἐπὶ τῆς Bulevardul Mihail Kogălniceanu 49, σὲ μιὰ παληὰ πολυκατοικία ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Στὸ πίσω μέρος, παράλληλη ὁδὸς πρὸς τὴν Cogalniceanu, βρίσκεται ἡ Splajiul Independenţei, ποὺ ἡ ἄνοδος καὶ ἡ κάθοδός της βρίσκονται στὶς ὄχθες τοῦ περίφημου καναλιοῦ, τὸ ὁποῖο ἐμεῖς, στὴ διάρκεια τῶν φοιτητικῶν μας χρόνων, πιστεύαμε πὼς εἶναι ποτάμι καὶ τὸ λέγαμε “τὸ Ποτάμι”. Στὸ βάθος τὸ Παλάτι τοῦ Λαοῦ καὶ λίγο ἀριστερότερα, μόλις ποὺ φαινόταν ἡ μολυβένια, στρογγυλὴ σκεπὴ τοῦ Πατριαρχεῖου Ρουμανίας —σκεπὴ ποὺ παληά, κυριαρχοῦσε πάνω ἀπὸ τὰ μικρὰ διώροφα σπιτάκια τῶν ἀνατολικῶν συνοικιῶν, πρὶν ἀναλάβουν ἔργο οἱ μπουλντόζες τοῦ Τσαουσέσκου, τὴν δεκαετία τοῦ ’80.