Σάββατο, Ιουνίου 13, 2020

Νίκου Βατόπουλου Ένας κόσμος στη σκιά της λήθης


Νίκου Βατόπουλου
Ένας κόσμος στη σκιά της λήθης

 Ένας ανασκαφέας είναι και ο Δημήτρης Κανελλόπουλος. Ένας αρχαιολόγος που ανασκάπτει σε χώμα πετρωμένο σε μία αχανή περιοχή μνήμης τυλιγμένης και αυτή στη γάζα ενός λανθάνοντος χρόνου.
            Διαβάζοντας την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες» στάθηκα με προσοχή, ορισμένες φορές με αμηχανία αλλά πάντα με μία αίσθηση βουβού δέους μπροστά στον κόσμο που λίγο-λίγο ξεδιπλωνόταν μπροστά μου.
Ένας κόσμος άγνωστος μα οικείος, με εκείνη τη γνώση που φέρνει η γεύση της μνήμης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Δημήτρης Κανελλόπουλος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ανασκαλεύει και να ανασύρει από βαθιά πηγάδια, διηγήσεις και ιστορίες ακριβώς στο μεταίχμιο της λήθης, αλλά αυτός ο χαρακτηρισμός θα ήταν ίσως άδικος και χωρίς αμφιβολία ελλιπής.
            Και σε κάθε περίπτωση η θεώρηση αυτή - που θα κατέτασσε τη λογοτεχνία του Δημήτρη Κανελλόπουλου στην κατηγορία μιας λογοτεχνίας που έλκεται, ορίζεται και δικαιώνεται από το ανασκάλεμα ενός σώματος προφορικής παράδοσης – θα ήταν αυτομάτως περιορισμένη και περιοριστική.
            Αν επιχειρήσει κανείς να δει το μεγάλο κάδρο και να βρει θέση για τα διηγήματα του Δημήτρη Κανελλόπουλου στον ευρύτερο χάρτη της ελληνικής πεζογραφίας, θα εντοπίσει ενδεχομένως φλέβες που μας οδηγούν σε προγενέστερους ιχνηλάτες των κοιτασμάτων μνήμης. Ήδη από τον Μεσοπόλεμο και τον Κοσμά Πολίτη, αν όχι προγενέστερα με τον Δημοσθένη Βουτυρά ή τον Εμμανουήλ Λυκούδη, θα βρει πεζογράφους που βρίσκονται και οι ίδιοι πλέον σε ένα μεταίχμιο λήθης στη σημερινή κοινωνία.
Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, έχω την αίσθηση, πως δεν είναι μόνος. Προέρχεται από έναν λογοτεχνικό κανόνα που έδωσε καρπούς σε αυτήν την γλώσσα και πορεύεται σε μια γη οργωμένη και γόνιμη. Ο ίδιος είναι σπορέας. Η σπορά του είναι από τη μια οι σκιές των ανθρώπων που πέρασαν και από την άλλη η λαλιά τους. Είναι το λάλον ύδωρ, το νερό που μιλάει, το νερό που ξεδιψάει τη γη της Ηλείας.
            Αυτό το νερό, το φέρνει ο Δημήτρης Κανελλόπουλος με κάθε τρόπο και με κάθε μέσον. Με τις χούφτες, με κύπελλα, με βυτιοφόρα, με καΐκια. Φέρνει λίπασμα από τη χώρα της μνήμης και ανασκαλεύει τη γη των προγόνων. Το νερό ζωντανεύει τις οικογενειακές διηγήσεις, σαν την μαυρόασπρη φωτογραφία που έρχεται στη ζωή, σαν σε τοκετό, στον σκοτεινό θάλαμο. Εκεί, στις σκοτεινές θυρίδες του νου, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος ρίχνει φως, με δάδες, πυρσούς, φανούς και προβολείς, και μέσα στα σπήλαια της μνήμης, βλέπει τις σκιές.
            Άλλοτε γιγαντωμένες και άλλοτε φευγαλέες και ισχνές. Στέκεται άλλοτε ως αρχαιολόγος και άλλοτε ως τυμβωρύχος, μπροστά σε τάφους συλημένους που συχνά αποδεικνύονται κενοτάφια. Συχνότερα, όμως, ανοίγει τις κασέλες με τα προικώα, φέρνει στο ημίφως ανάκατα, σπασμούς και τραγούδια, μισόλογα και μακάβριες ιστορίες, ανείπωτες διηγήσεις για ημίτρελους αυτόχειρες, για ερωτευμένες κόρες και θρασύδειλους γόητες.
            Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος μεθοδικά με ακρίβεια χειρουργού, ανατόμου και ιατροδικαστή προχωράει στο παράτολμο εγχείρημα. Ανασυστήνει στίχο προς στίχο, φωτογραφία τη φωτογραφία, ίχνος προς ίχνος, σκιά προς σκιά, έρωτα προς έρωτα όπως και φαντασίωση προς φαντασίωση, τη μεγάλη διήγηση της υπαίθρου. Της γης της Ηλείας. Της γης των προγόνων.
            Και η δική του χαρτογράφηση ορίζεται από τις σκληρές γωνίες ενός κόσμου στο ελάχιστα εξιδανικευμένου. Ο κόσμος στον «Θάνατο του αστρίτη» είναι ένας κόσμος ανελέητος. Ένας κόσμος με ροζιασμένα χέρια, και ανάσες που αναδύουν φτηνό κρασί. Είναι ένας κόσμος από σβωλιασμένο χώμα και άστρωτα κρεβάτια. Και προ πάντων, είναι ένας κόσμος σπαρμένο θάνατο.
             Είναι τόσο σάρκινος ο κόσμος του Δημήτρη Κανελλόπουλου, είναι τόσο αιμάτινες οι σχέσεις, που ο θάνατος έρχεται σαν ευλογία, έρχεται σαν τέλος αναπόδραστο, έρχεται με την αποκρουστική όψη ενός δρεπανοφόρου τέρατος. Όλα αυτά μπορεί να είναι θάνατος, που όμως στην περίπτωση του «Αστρίτη» ρίχνει στη γη σπόρο σε μια αέναη αναγέννηση της φύτρας του καλού και του κακού.
          Όλα αυτά, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος τα γονιμοποιεί με τη γλώσσα. Η γλώσσα του αναβλύζει σαν από αρχαία πηγή, έχει το μέταλλο της γνησιότητας και την αψάδα της προφορικότητας. Καθώς γεννάει κόσμους μέσα σε κόσμους, μίσχους μέσα σε κάλυκες, καρπούς μέσα από λειμώνες, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος επικυρώνει μια σχέση ζωής με την ελληνική γλώσσα. Αν μείνει στην ιστορία της ελληνικής πεζογραφίας αυτό το βιβλίο, θα μείνει για τη γλώσσα. Θα μείνει γιατί υπηρετεί την ελληνική λογοτεχνία.
            Οι ιστορίες στον «Αστρίτη» αποκτούν ύλη λόγω γλώσσας. Δένουν στο λαιμό λόγω γλώσσας. Ανακατεύουν το στομάχι λόγω γλώσσας. Βουρκώνουν τα μάτια λόγω γλώσσας. Είναι μία επανακατοίκηση της πηγαίας, πολυκύμαντης και αρχέγονης γλώσσας της υπαίθρου. Είναι ένα αντίδωρο από τη χώρα των προγόνων στη χώρα των μελλούμενων.
Ξαναδιαβάζοντας διηγήματα από τον «Αστρίτη» για να φέρω και πάλι στο νου τη γεύση από τον κάμπο της Ηλείας και τις ιστορίες των αλλόκοτων ηρώων, ένιωσα πως αυτός ο κόσμος της Τριαδούλας, του Νικάκη, της Νταβέλαινας, της Σαραντινιώς, της Ροϊδούλας, του Τάση και του Ντίνου του Γαζέτα, είναι γνήσιος και αληθινός όπως γνήσια και αληθινά ήταν τα χρόνια που έζησαν στη γη της Ηλείας. Χαιρετώ αυτούς τους ήρωες που τους έζησα με σάρκα και αίμα και τους βλέπω και πάλι κρεμασμένους σε ξεθωριασμένα οικογενειακά πορτρέτα.
Καθημερινή, 8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2020

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ
Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες

Σε όλες και όλους, όσοι εκφράσατε τη χαρά σας και την αγάπη σας για τη βράβευση του βιβλίου μου "Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες", θέλω να σας ευχαριστήσω από την καρδιά μου για τις ευχές και τα καλά σας λόγια. Είστε πολλές και πολλοί, ωστόσο η αγκάλη μου σάς χωρά όλους και θέλω να σας πω, ότι είμαι πολύ συγκινημένος από τα ωραία σας λόγια.
     Το βιβλίο μου, περιέχει ιστορίες, οι οποίες έχουν σχέση με τον τόπο όπου είδα για πρώτη φορά το φως. Περιγράφει τη σκληρή ζωή των ανθρώπων μέσα σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο κοινωνικό πλαισιο, μιας εποχής που έχει φύγει οριστικά.
     Θέλω να πιστεύω, ότι συνεχίζω τη μακρά παράδοση του τόπου μου που ξεκινά με τον "Πατριάρχη" Ανδρέα Καρκαβίτσα, κατόπιν με τον παραγνωρισμένο σήμερα Διονύσιο Κόκκινο, συνεχίζει με τον Νίκο ΚΑΧΤΙΤΣΗ και φτάνει στον Η.Χ. Παπαδημητρακοπουλο... Απ' όλες αυτές τις πηγές πίνω νερό... 
     Η γλώσσα του βιβλίου μου είναι τα Ελληνικά, όπως τα μιλούσαν οι γυναίκες της οικογένειας μου, του ευρύτερου συγγενικού μου περιβάλλοντος, οι γυναίκες του τόπου μου. Σε πολλές περιπτώσεις, οι γυναίκες αυτές, δεν είχαν καμία μόρφωση, ίσως να μην ήξεραν γραφή κι ανάγνωση. Μιλούσαν όμως τη γλώσσα του Ομήρου. Η γλώσσα αυτή των αντρών και των γυναικών του τόπου μου, που σκυμμένοι πάνω στη γη, κέρδιζαν με υπεράνθρωπο αγώνα το ψωμί τους, με τα ελαττώματα και τα προτερήματα τους, με τις αγάπες, τις φιλίες και τις έχθρες τους, είναι η περιουσία μου... Όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι, υπάρχουν μέσα στη σελίδες του βιβλίου μου. Όλοι αυτοί που έζησαν και ζουν στο στενό σύμπαν του μικρού μου χωριού. Της Νεμουτας Ηλείας... Μπροστά τους σκύβω ευλαβικά συγκινημένος και τους ευχαριστώ...
     
Εκφράζω τις ευχαριστίες στην εκδότριά μου Γιώτα Κριτσέλη Εκδόσεις ΚΙΧΛΗ), για την συμβολή της στην έκδοση του βιβλίου μου Ο Θάνατος του Αστρίτη και άλλες ιστορίες...
     
Στο Υπουργείο Πολιτισμού και στην Επιτροπή των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας για την τιμή που μου έκαναν...
     
Τέλος αφιερώνω το Βραβείο στην αγαπημένη μου μάνα και στον καλό μου πατέρα, οι οποίοι μ' έμαθαν να μιλώ και να αγαπώ τη γλώσσα μου, καθώς και στον γενέθλιο τόπο μου, την Νεμούτα Ηλείας...

Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2020

Δημήτρης Ραυτόπουλος Δημήτρης Κανελλόπουλος: Ο αστρίτης, ο Καρράς, ο Τάσης…




Δημήτρης Ραυτόπουλος: Δημήτρης Κανελλόπουλος, Ο αστρίτης, ο Καράς, ο Τάσης

Φιλόλογος, εκδότης του καλού περιοδικού Οροπέδιο και ποιητής ο Δημήτρης Κανελλόπουλος ξαφνιάζει ευχάριστα ως πεζογράφος με τη συλλογή διηγημάτων Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες (εκδ. Κίχλη, 2018). Το διήγημα, θεμέλιο της νεοελληνικής πεζογραφίας και σχεδόν ιδιομορφία ελληνική, ωθείται στο παραγώνι της εθνικής εστίας, χλωμό απέναντι στο φιλόδοξο μυθιστόρημα και στα νεωτεριστικά υποκοριστικά «μικρή φόρμα», «φράκταλ», πάτσγουορκ… 

Τα δέκα διηγήματα της συλλογής είναι ποιοτικώς άνισα, όλα όμως έχουν κάτι να μας πουν για τον πολιτισμό μας, για τον εθνικό μας χαρακτήρα και το ασυνείδητο. Ο γενέθλιος τόπος του συγγραφέα, το κεφαλοχώρι Νεμούτα της ορεινής Ηλείας, στα σύνορα με την Αρκαδία, ορίζεται από πλήθος τοπωνυμίων και αναφορές. Το «παρόν» είναι ο μετεμφύλιος με τα τραύματα διακριτά όσο και διακριτικά, οι παιδικές αναμνήσεις του συγγραφέα και η ζωντανή παράδοση μέσα από τις αφηγήσεις δυο προηγούμενων γενεών – «ζωντανοί» γιατί ο χρόνος δεν έτρεχε τότε όπως σήμερα. Υπάρχουν π.χ. αναφορές στο μεταναστευτικό κύμα του ’60 («TerraAustralisIncognita» κ.α.), όπως και ιστορίες με συνδηλώσεις προπολεμικές χωρίς ακριβή χρονικό προσδιορισμό – και είναι από τις καλύτερες νομίζω.


Ηθογραφία; Ηθογραφία! Δεν κρύβεται και δεν ντρέπεται. Η λογοτεχνική ορθότητα του ’30, κατά το μανιφέστο Ελεύθερο Πνεύμα του Γ. Θεοτοκά, εξομοίωνε τα ήθη με το φολκλόρ και κατέτασσε την ηθογραφία στην παραλογοτεχνία: «διασκεδαστές», «εύκολες ιστορίες για να περνά η ώρα», «φωτογραφική σχολή», τυπικοί χαρακτήρες: ο καλός, ο κακός, ο τεμπέλης, η ζηλιάρα, «χωρίς πραγματικούς ανθρώπους». Ο Καβάφης πετάχτηκε στα σκουπίδια και ακολούθησαν ο Καρυωτάκης και οι «καθαρευουσιάνοι» Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Ροΐδης, δηλ. οι ιδρυτές της νεότερης πεζογραφίας μας. Αυτά έχουν ξεχαστεί, αλλά κατά καιρούς βγαίνουν θεωρήματα περί υποχρεωτικού περίπου «αστικού» ή «προλεταριακού» χαρακτήρα της αφηγηματικής πεζογραφίας. Εκβλαστήσεις…
Οπωσδήποτε, η παρεξήγηση –η συκοφάντηση μάλλον– της ηθογραφίας παίρνει μια ακόμα απάντηση με τις ιστορίες του Δ. Κανελλόπουλου. Ούτε φολκλόρ προβάλλουν, ούτε «επιστροφή στις ρίζες» προπαγανδίζουν, ούτε παραδοσιολατρεία ή αισθητικό λαϊκισμό πριμοδοτούν, έστω και αν δεν μοντερνίζουν. Προβάλλουν έναν κόσμο χθεσινό, βέβαια, με όλα τα αρχαϊκά στοιχεία της νεοελληνικής ζωής, με διάθεση ελεγειακή, όπου όμως η νοσταλγία δεν αναφέρεται στις κοινωνικές δομές και τις πίστεις, αλλά στο ανθρώπινο ήθος και την έκφρασή του, τη λαϊκή γλώσσα και τη φαντασία, στην αδρότητα των χαρακτήρων και τα ύφη των απλών ανθρώπων. 
Ο συγγραφέας δηλώνει (οπισθόφυλλο) ότι αντιδρά «στη φθορά των ήχων, των λέξεων, των εικόνων», αλλά απορρίπτει τον «εξωραϊσμό της μνήμης». «[…] Ανασύροντας ιστορίες από το παρελθόν, επιδίωξα να περιγράψω έναν κόσμο πραγματικό, που πολύ απέχει από την εικόνα που δημιουργεί η νοσταλγική αναπόληση· έναν κόσμο σκληρό, που διακατεχόταν από πάθη και ένστικτα σκοτεινά, αλλά συνάμα διέθετε απλότητα και ομορφιά που έχουν εκλείψει στις μέρες μας». 
Πράγματι, δεν εξωραΐζονται η καθυστέρηση, ο πρωτογονισμός, η δεισιδαιμονία, η συντήρηση, ούτε παραγνωρίζεται η ανάγκη της αλλαγής. Ίσα-ίσα υπογραμμίζεται ο αγώνας, η ορμή της προόδου – στην ποσοτική, υλική της έννοια έστω. Η προσπάθεια είναι ατομική, οικογενειακή το πολύ-πολύ – αυτή είναι η πραγματικότητα χωρίς εξωραϊσμό και ιδεοληψίες. Το ανταγωνιστικό άτομο δεν είναι κατ’ ανάγκη αντικοινωνικό. Ο ανταγωνισμός φτάνει στα όρια, αλλά αναγνωρίζει και όρια κάποτε. 
Από την άποψη αυτή αλλά και από κάθε άποψη, θα έλεγα, ξεχωρίζει το διήγημα «Ο Τάσης Βασκαντήρας»: ιστορία δομημένη άριστα, με χαρακτήρες έκτυπους, επεισόδια πολυεπίπεδα που οδηγούν σε τραγική κορύφωση με ισορροπία ηθο-κοινωνική, διάλογο πειστικότατο και ήπιο τέλος. Και φύση σε όλο της το μεγαλείο και την αδιαφορία της. 
Κοινωνιολογώντας, μπορούμε να δούμε στον κεντρικό ήρωα (τον Τάση) τον καπάτσο επαρχιακό έμπορο της ηρωικής περιόδου, μιας πατριαρχικής αστικής ανόδου, αλλά και το ύφος της «πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου» στο χωριό (αναφορά στα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ). 
Τοπωνύμια, ονόματα και παρατσούκλια, λεξιλόγιο με κάμποσες ιδιωματικές λέξεις και εκφράσεις δίνουν αναπαραστατική δύναμη στις ιστορίες αυτές με το βουνήσιο σθένος και το άρωμα. Παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου και Γλωσσάρι με καμιά εκατοσταριά λέξεις, κάποτε και με ενδιαφέρουσες εξηγήσεις, όπως για τη λέξη «ανασκελάς» π.χ. 
Στο ποίημά του «Γενάρχαι καθ’ οδόν» στη συλλογή Κλίνη Σπόρου, Καλή (2009), ο Δ. Κανελλόπουλος παραθέτοντας ονόματα προσώπων από τις παιδικές του αναμνήσεις, συνοψίζει:
μια βουερή γενιά που βγαίνει αθόρυβα / μέσα απ’ τη σκόνη του παλιού καιρού…
Όλο και πιο μακρινές είναι οι λέξεις και τα ονόματα από τη φρίκη του εμφυλίου. Το τραύμα δεν αιμάσσει πια, όμως η ουλή σημαδεύει. Στα ολιγόστιχα ποιήματα που ακολουθούν έρχεται μόνο μακρινός απόηχος από σκληρές αναμνήσεις: «Στιγμές 1962», «Επανάληψις 1963», «Στιγμή του 1959», «Στιγμή στον Λυκουρέσι», «Περιστατικό καταγεγραμμένο», «Οι άλλοι», «Διέλευση», «Το Χρέος». Δεν με παίρνει ο χώρος να αντιγράψω επιγραμματικούς έστω στίχους, όπως αυτοί οι δυο τελευταίοι στο «Χρέος»:
[…] Κανείς δεν θα μιλήσει πια / με το μαχαίρι…
Μια δεκαετία από τότε, στα διηγήματα αποφεύγεται κατά το δυνατόν η (εμφυλιο)πολεμική αναφορά. Στην ειρήνη, η κακουργία και η κακότητα προσαρμόζονται στη νομιμότητα. Δυσκολεύεται να βρει ανθρώπους θύματα, όμως έχει πάσα ευκολία με τα ζώα. Το διήγημα «Το άλογο» είναι το πιο χαρακτηριστικό της κτηνωδίας. Γενικά, η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα, τα οικόσιτα πρωτίστως, αποδίδεται σαν βασικό στοιχείο της ηθολογίας μας της υπαίθρου.  
Μη οικόσιτα, λύκοι, αρκούδες, αλεπούδες δεν εμφανίζονται. Μόνο ένας ατυχής αστρίτης –το πιο δηλητηριώδες ερπετό μας– χτυπάει τη Δημήτρω του πρώτου διηγήματος και πέφτει ξερός, ενώ εκείνη χαροπαλεύει αλλά τη σκαπουλάρει. 
Ομολογώ ότι δεν βρίσκω εξήγηση του μυστηρίου (του θανάτου του αστρίτη) ή τον συμβολισμό· γιατί η καλή μας η Δημήτρω ήταν μια δουλευταρού, γενναιόδωρη, αγαπησιάρα, σε τίποτα δεν μοιάζει με τον Ζαν Φρερόν, τον ιοβόλο γραφιά που σατιρίζει ο Βολταίρος σ’ ένα επίγραμμα του 1762: 
Μια μέρα κάτω απ’ το πλατάνι / φίδι τσίμπησε τον Φρερόν τον Γιάννη / και τι απέγινε; Για δες, για κοίταξε, / το φίδι το καημένο είν’ που τα τίναξε
Τα οικόσιτα τα καημένα σώζουν την τιμή του ζωικού βασιλείου. Μπορεί να μην είναι πια «φωνήεντα» όπως στα χρόνια του Αισώπου ή του Λα Φονταίν, αλλά στην πιστότητα, την αθωότητα, τα αισθήματα υπερέχουν σε σύγκριση με τα ανθρωποειδή. Και στο ήθος, κάποτε και σε νοημοσύνη, όπως ο Καρράς του Τάση Βασκαντήρα, «άλογο συνετό και μυαλωμένο» (σ. 33).   


ATHENS VOICE BOOKS, ΤΕΥΧΟΣ 666, ΒΙΒΛΙΟ, 27.06.2018



Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2020

Ο αστρίτης και το πηγάδι του Γιάννη Παλαβού

Ο αστρίτης και το πηγάδι
του Γιάννη Παλαβού

Έρχεται πάλι στον νου μια φράση του Άμος Οζ: 
«Κυοφορούμε όλοι τους γονείς και τους παππούδες μας, για πάντα».

Δεν μας ενδιαφέρει η Νεμούτα. Δεν μας ενδιαφέρει το ιδίωμα της Βέρβιτσας και αν οι κάτοικοι λένε τον ξεροκέφαλο «αντούβγενο». Δεν μας ενδιαφέρουν οι μυλωνάδες της Φολόης και τα άλογά τους. Δεν μας ενδιαφέρουν οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης στο Νιχώρι και δεν είμαστε βέβαιοι τι μπορεί να μας προσφέρει άλλη μια δόση Κατοχής, Εμφυλίου και μετανάστευσης – αυτή η διαρκής επιστροφή στις δεκαετίες του ’40 και του ’50, που έχει γίνει πια κοινός τόπος και που ήδη από το ’85 σάρκαζε ο Τζίμης Πανούσης τραγουδώντας «προσφυγιά και πόνος / και στο βάθος κήπος».
Κι ωστόσο, μετά την ανάγνωση του Αστρίτη, μένει κανείς με την απορία: πώς γίνεται ένα βιβλίο φτιαγμένο εν πολλοίς απ’ αυτά τα υλικά να είναι μια από τις καλύτερες συλλογές διηγημάτων των τελευταίων ετών; Πώς είναι δυνατόν να περιλαμβάνει διηγήματα –τον «Τάση Βασκαντήρα», τη «Μισάντρα» και το «“Άσε με να τον πάρω, μάνα”»– που διεκδικούν με αξιώσεις μια θέση στις μελλοντικές ανθολογίες νεοελληνικού διηγήματος; Γίνεται κάτι τέτοιο; Η απάντηση είναι ναι. Διότι η Νεμούτα δεν μας ενδιαφέρει, όπως δεν μας ενδιαφέρει η Σκιάθος και αν στο άκρο του νησιού υψώνεται ένας απόκρημνος βράχος κι εκεί, στον έρημο οικισμό, ο ναός της Γέννησης του Χριστού στέκει αλειτούργητος. Η ντοπιολαλιά της Βέρβιτσας δεν μας ενδιαφέρει, όπως δεν μας ενδιαφέρει ότι οι χωρικοί της Κέρκυρας αντί για «πισθάγκωνα» λένε «πίστομα». Οι μυλωνάδες της Ηλείας μάς είναι εξίσου αδιάφοροι με τους ταμπάκους των Ιωαννίνων. Και η φτώχεια και τα επακόλουθα του Εμφυλίου δεν μας ενδιαφέρουν, όπως δεν μας ενδιαφέρουν οι εξαθλιωμένοι κτηνοτρόφοι του Μεγάλου Κάμπου έπειτα από τις μάχες μεταξύ της μεξικανικής κυβέρνησης και των Κριστέρος. Δεν μας ενδιαφέρει τίποτα απ’ όλ’ αυτά per se, γιατί μιλάμε για λογοτεχνία. Και η λογοτεχνία δεν είναι ούτε ηθογραφία, ούτε πολιτική, ούτε κοινωνιολογία, ούτε ιστοριογραφία. Νομίζω πως, λίγο πολύ, όλοι συμφωνούμε: αντικείμενο της λογοτεχνίας είναι τα ανθρώπινα πάθη. Για να το πούμε καλύτερα: αντικείμενο της λογοτεχνίας είναι τα ανθρώπινα πάθη διά της γλώσσας. Κι ακόμα καλύτερα: αντικείμενο της λογοτεχνίας είναι τα ανθρώπινα πάθη διά της γλώσσας, μέσω ενός επεξεργασμένου ύφους και μιας αφήγησης με αρχή, μέση και τέλος – ακόμα κι αν, για να θυμηθούμε τον Ροΐδη, αυτά τα τρία στοιχεία δεν παρατίθενται κατ’ ανάγκη μ’ αυτή τη σειρά.
Όλ’ αυτά ο ποιητής Δημήτρης Κανελλόπουλος, που με τον Θάνατο του αστρίτη εισέρχεται εντυπωσιακά στον χώρο της πεζογραφίας, τα γνωρίζει. Γι’ αυτό και το βιβλίο, παρότι τα υλικά του στα χέρια ενός αδέξιου τεχνίτη θα έδιναν μια ακόμη συλλογή νοσταλγικών αφηγημάτων, στιλιζαρισμένης επαρχιακής τραχύτητας ή κεκαλυμμένης πολιτικολογίας, είναι ένα κομψοτέχνημα. Διότι ο Κανελλόπουλος, όπως έγραφε ο Αμερικανός κριτικός Μάλκολμ Κάουλι για τον πεζογράφο Ουάλλας Στέγκνερ, «νιώθει σαν ποιητής τα δάκρυα των πραγμάτων». Όπως ταιριάζει σ’ έναν συγγραφέα της κλάσης του, ο Κανελλόπουλος αποφεύγει την κοινοτοπία των «βουβών ανθρώπων που αλέθονται στις μυλόπετρες της Ιστορίας» αντιστρέφοντάς τη: η Ιστορία, μας λέει, είναι απότοκο των παθών – κι εδώ διασταυρώνεται με τον Βαλτινό της Ορθοκωστάς. Μακριά από μεγαλόσχημες χειρονομίες, ο Κανελλόπουλος κάνει λογοτεχνία εστιάζοντας χαμηλά, εκεί όπου το βλέμμα συνήθως δεν κοντοστέκεται: στην ηχώ της ντουφεκιάς που ξεκουφαίνει τον Αγαμέμνονα Απαλοχέρη αφού έχει εκτελέσει τον κουνιάδο του μέσα στη σπηλιά∙ στην πορτοκαλάδα «Έψα» που πίνει η Τριαδούλα μόλις συνέλθει από τη λιποθυμία της και στον περίπατο που κάνει αμέσως μετά, σιωπηλό, το ευτυχές ζεύγος στην παραλία του Πύργου∙ στο φρούμασμα της Ροϊδούλας όταν αντικρίζει τη χαμένη κόρη της και στην αυθόρμητη κραυγή του Τζίμη πάνω από το μνήμα της: «Τι μάνα και ξεμάνα, μερτικό απ’ την περιουσία δεν έχει»∙ κι ακόμα, είναι ο ήλιος που γέρνει κατακόκκινος στο οροπέδιο, «πίσω απ’ του Λάλα», αδιαφορώντας για τα δράματα των κατοίκων του, το κλάμα της Σαραντινιώς που καλεί μάταια τον άντρα της και το γεγονός ότι, πέρα από την πολιτική πόλωση, πέρα ακόμα και από την ίδια την αυτοκτονία της, το σημαντικότερο τελικά είναι ότι δεν ήξερε γράμματα.
Ξαναγυρίζουμε στον Στέγκνερ: «Τα κείμενα μου», έλεγε, «τα συνέχει μια τυραννική αίσθηση εντοπιότητας». Το ίδιο ισχύει και για τον Κανελλόπουλο. Όπως κάθε αληθινός δημιουργός, επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο, στο πατρικό του σπίτι, και πάει στην αυλή, στο παλιό σφραγισμένο πηγάδι∙ παραμερίζει τα ξύλα που το σκεπάζουν, δένεται με σχοινί και, αργά και προσεκτικά –λίγο φοβισμένα αλλά και με έξαψη, και με την επίγνωση ότι εν τέλει δεν έχει άλλη επιλογή–, αρχίζει να κατεβαίνει μέσα στο ημίφως και την υγρασία, ψηλαφώντας πότε πότε τις ψυχρές και αιχμηρές πέτρες του τοιχώματος, μες στο σκοτάδι σχεδόν καθώς βυθίζεται όλο και χαμηλότερα, ώσπου φτάνει στον πυθμένα. Κι εκεί σκάβει για να βρει ξανά νερό –για να το ελευθερώσει τρόπον τινά και πάλι–, σκάβει και σκάβει, ώσπου βρίσκει την υπόγεια φλέβα. Και η φλέβα αυτή είναι η φλέβα από την οποία αντλούν και τα υπόλοιπα πηγάδια, στα υπόλοιπα πατρικά σπίτια τριγύρω. Ψάχνοντας τη δική του φλέβα, συναντά τη φλέβα των άλλων. Μιλώντας για τον εαυτό του, μιλά για τους άλλους, για τον καθένα. Γι’ αυτό μας ενδιαφέρει η κατά Κανελλόπουλο Νεμούτα. Διότι η τέχνη του διηγηματογράφου, που είναι να φτάνει στο μεγάλο μέσα από το μικρό, όχι μόνο την ενέγραψε στη μυθολογία της νεοελληνικής λογοτεχνίας πλάι σε τόπους όπως η Σκιάθος ή τα Γιάννενα, αλλά την έκανε, κατά τη γνώμη μου, άξια κληρονόμο των ένδοξων αλλοδαπών προκατόχων της: του Ουάινσμπεργκ του Σέργουντ Άντερσον, του Μεγάλου Κάμπου του Χουάν Ρούλφο, του Τελ Ιλάν του Άμος Οζ. Είναι, άλλωστε, ο Άμος Οζ που επαναλαμβάνει συχνά στις συνεντεύξεις του: «Όλη η μεγάλη λογοτεχνία είναι επαρχιακή». Ο Θάνατος του αστρίτη συνεχίζει αυτή την παράδοση. Όπως συμβαίνει στις προαναφερθείσες περιπτώσεις, το οροπέδιο της Νεμούτας μετατρέπεται σε σκηνή όπου γεννιούνται και κυρίως πεθαίνουν («όχι μ’ έναν πάταγο, αλλά μ’ έναν λυγμό») πάθη, πίσω από τα οποία δονείται κάτι μεγαλύτερο, κάτι το συλλογικό, το εθνικό. Υπόκωφα και δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, από την Ντοάνα και την Πατσουριά αναδύεται κάτι τοπικό και εξίσου, θα έλεγα, οικουμενικό, με την έννοια του πρωτογενώς ανθρώπινου. Κυρίως όμως αναδύεται –κι εδώ είναι η ψίχα της τέχνης του συγγραφέα– κάτι προσωπικό. Διότι μπορεί τα διηγήματα της συλλογής να αποτυπώνουν έναν τόπο και μια εποχή (το σχήμα, την υφή, τη μυρωδιά και την αψάδα ενός αγριόχορτου που ξεριζώθηκε από τις πλαγιές όπου φυτρώνει για να μεταφυτευτεί κακήν κακώς και να ψευτοζήσει στην πόλη), αλλά ταυτόχρονα μιλούν για τους οικείους του συγγραφέα, για τις καταβολές του, για το ίδιο του το πρόσωπο. Έρχεται πάλι στον νου μια φράση του Άμος Οζ: «Κυοφορούμε όλοι τους γονείς και τους παππούδες μας, για πάντα».
Κλείνω αυτό το σημείωμα με κάτι που διάβασα σ’ ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, κωμικό και ταυτόχρονα ενδεικτικό του επιπέδου του λόγου που διακινείται εκεί: πρόσφατα πέτυχα μια συζήτηση για το μυθιστόρημα ενός Έλληνα συγγραφέα. Ένας σχολιαστής έγραφε: «Είχα ακούσει καλά λόγια για το βιβλίο, αλλά τώρα που το διάβασα, πιστεύω ότι όντως αξίζει όσα του καταλογίζουν». Είμαι σίγουρος ότι στον Θάνατο του αστρίτη θα καταλογιστούν πολλά καλά λόγια, και το βιβλίο τα αξίζει όλα – κι ακόμα περισσότερα.

info:Δημήτρης Κανελλόπουλος, Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, Κίχλη, 2018


Παρασκευή, Απριλίου 24, 2020

Sînziana Pop Βροχή

Sînziana Pop
Βροχή
Μετάφραση στην Ελληνική, για πρώτη φορά στην Ελληνική γλώσσα:
Δημήτρης Κανελλόπουλος

Δεν είναι Κυριακή ούτε μέρα γιορτής. Βρέχει. Καλοκαιρινή βροχή, μουρμουριστή βροχή. Στεκόμαστε στο παράθυρο και κοιτάζουμε έξω. Περιμένουμε.
—Δεν έρχεται εξαιτίας της βροχής, ή έχει ποιον άλλο λόγο; Ρώτησε η αδελφή μου.
Κοιτάζω το τζάμι του παραθύρου. Έχει καλυφθεί από έναν ασημένιο ατμό. Οι πρώτες σταγόνες κυλάνε κομμένες σαν ασύμμετρες αλυσίδες. Ανταγωνιζόμαστε. Η κάθε μια διαλέγει από μια σταγόνα και την ακολουθούμε, να δούμε ποιά θα φτάσει πιο γρήγορα στο κάτω μέρος του ξύλινου πλαίσιου του παραθύρου.
— Τί κάνεις, μαμά;
Η μαμά ποιος ξέρει τι κάνει. Χτενίζεται. Θέλω κι εγώ.
— Χτένισέ με κι εμένα.
            — Τί; Ρωτάει η μητέρα.
Μου αρέσει η βροχή. Υπάρχουν μερικές λούμπες που αφρίζουν. Οι καστανιές έξω απ’ την πόρτα σαν φίδια. Ο ουρανός είναι στην αυλή, ο γείτονάς μου.
— Μαμά, δεν θάρθει;
     Έρχεται μανούλα μου έρχεται, με καθησυχάζει.
Βγαίνουμε στην αυλή με την αδελφή μου. Η βροχή έγινε ψιλόβροχο. Οι τελευταίες ψιχάλες μου χτυπούν τα δόντια.
— Πώς το κάνεις ; με ρωτάει.
     Το κάνω!
Έχω μπροστά ένα νέο δόντι, μεγάλο. Η αδελφή μου έμεινε με ανοιχτό το στόμα της. Κακώς εκπλήσσεται.
     Πάρε κουρούνα το παλιό, και δώς μου το καινούργιο, της τραγουδούσα.
Ενώ η βροχή. Της τραγουδούσαμε της βροχής να σταματήσει, κι αυτή σταμάτησε.
— Πότε θα ‘ρθε; με ρωτούσε.
            — Έρχεται! Πού να καθίσει, θα καθίσει στην οικοδομή μέχρι αύριο;
            — Στο εργοτάξιο βρέχει;
     Βρέχει
Περιστρεφόμαστε στη βροχή και οι φούστες μας μουσκεύουν. Μετά
μπαίνουμε στο σπίτι· εγώ πήδηξα από το παράθυρο.
            — Τι ώρα είναι, μαμά;
            — Τι ώρα είναι; Ρωτά και η αδελφή μου από την πόρτα.
     Επτά.
Η μητέρα μου τελείωσε το χτένισμα. Ταχτοποίησε το τραπέζι και ήρθε πλάι μας στο τζάμι. Κοιτάζαμε και οι τρεις μας. Η βροχή σταμάτησε. Η πικρή μυρουδιά της γης. Οι καστανιές θροΐζουν στην βρεγμένη πόρτα. Έχουν μεγαλώσει.
Όταν ήλθε, εγώ εγώ θα τον δω πρώτη. Πηδάω από το παράθυρο στην αυλή και τρέχω. Η αδελφή μου ουρλιάζει καθώς τον φτάνω πρώτη. Ο μπαμπάς μου με αρπάζει και με φέρνει γύρω, πάνω από τους βάλτους. Κλίπ, κλαπ ηχούν οι μπότες του. Μπότες του εργοταξίου, οι μπότες του πατέρα.
Στην αυλή φωνάζει την αδελφή μου. Οι μπότες του κάνουν κλιπ, κλαπ. Και μερικές φορές κλιπ, κλιπ.
Την μητέρα την φιλά.
     Εεε!!! Ουρλιάζουμε εμείς και χτυπάμε με γροθιές την καρέκλα.
     Τί μάς έφερες;
      Πιάνω τον πατέρα από το ένα χέρι. Ο πατέρας έχει όμορφο χέρι. Ανοίγει με το άλλο του το σακκίδιο και βγάζει τα τρόφιμα που αγόρασε από το μπακάλικο του εργοταξίου. Η αδερφή μου δεν φτάνει να δει πάνω στο τραπέζι.
     Έβρεχε στο εργοτάξιο; Τον ρωτά.
     Έβρεχε.
     Αλλά ήρθες. Θα μείνεις; Έλεγε θαυμάζοντάς τον.
Η μαμά γέλασε.
      Πάω στο τζάμι. Πάλι βρέχει. Καλοκαιρινή βροχή, μουρμουριστή βροχή.
      Χαίρομαι.
     Ήρθες πατέρα;



Πέμπτη, Απριλίου 23, 2020

Δημήτρης Κανελλόπουλος Ο Παναγής κι ο δυναμίτης...

© Δημήτρης Κανελλόπουλος
Δημήτρης Κανελλόπουλος
Ο Παναγής κι ο δυναμίτης
Α΄ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Γεννηθήκαμε την ίδια μέρα. Εγώ πρώτος, λίγο πριν αρχίσει ο μεγάλος σεισμός. Αυτός, λίγη ώρα μετά, αφ’ ότου σταμάτησε. Ξεκινήσαμε τη ζωή μας ως σκηνίτες. Εννιά μήνες στη σκηνή. Μετά τις επισκευές γυρίσαμε στα σπίτια. Ήμασταν και γειτονόπουλα. Ένα μικρό πλάτωμα, σαν πλατεία μας χώριζε. Δίπατα, τα παλιά σπίτια πέτρινα.
            Η πρώτη μας συνάντηση χάνεται στα βάθη της πρώτης μνήμης. Στη γειτονιά είχαν να το λένε. Σαν αδέρφια ήμασταν. Έτσι μεγαλώναμε. Στην αρχή βγήκαμε μαζί, μέχρι την αριά, στην Πλάκα. Τότε η βλάστηση ήταν άγρια, έμπαινε μέσα στο χωριό. Αργότερα, καθώς ήμασταν πέντε έξι χρόνων, κατεβαίναμε πίσω από την Πλάκα, στη δημοσιά. Μέχρι του Μουστάκου. Εκεί στη μεγάλη κερασιά. Από την άλλη, έχασκε το ρέμα. Από το ρέμα αυτό ξεκινούσε ο δρόμος για τον Άμπουλα, όπου λίγο παρακάτω, στις Πέτρες χώριζε στα δύο. Από την μια μεριά, δεξιά, πήγαινε για την Παλιόβρυση και τον Άη Γιώρη. Λίγο χαμηλότερα, στις Πέτρες πήγαινε αριστερά κατά τον Άμπουλα, μέσα από το δάσος με τις τεράστιες αριές. Εκεί στήναμε τις πρώτες μας θηλιές και πιάναμε τσίχλες.
            Έβγαινα από το σπίτι μου και τον έβρισκα να με περιμένει, τρώγοντας μια φέτα ψωμί με άλλειμα· στεκόταν αμίλητος κάτω από τη κληματαριά. Όταν έβγαινα, μου έκοβε τη φέτα το ψωμί στη μέση και που το 'δινε. Μοιραζόμασταν το ψωμί κι ότι άλλο είχαμε. Όλη μέρα παίζαμε μπροστά στο σπίτι. Ήμασταν αδέρφια.
            Καθώς μεγαλώναμε, ο Παναγής, δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Τού έδειχνα εγώ το βράδυ, στο φως της λάμπας. Τον έπιανε όμως μια στεναχώρια και δάκρυζε. Ίδρωναν τα χέρια του. Οι παλάμες του έσταζαν νερό και δε μπορούσε να πιάσει το κοντύλι. Ύστερα, καθώς γίναμε δέκα χρονών, ο Παναγής τα παράτησε. Εγώ συνέχισα το σχολείο. Η φιλία μας όμως, δεν έλεγε να χαλάσει.

Κυριακή, Απριλίου 19, 2020

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος: Ανάσταση

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

Ανάσταση

— Μην κάθεστε κάτω από μπαλκόνια, είπε ο κυρ Μιχάλης. Θα στάξουν τα αποστάγματα του κηρού.
Πήγαμε και σταθήκαμε δίπλα από μία κολόνα της ΔΕΗ, στη γωνία της πλατείας. Τα λεωφορεία περνούσαν με θόρυβο, μαρσάριζαν δυνατά, άφηναν σύννεφα καπνού και εκείνη τη βαριά μυρουδιά του πετρελαίου. Από τα μεγάφωνα ακούγαμε μπερδεμένες ψαλμωδίες. Ο κυρ Μιχάλης κούνησε το κεφάλι.

— Εδώ ψέλνει και ο πατριώτης μας ο Μπελούσης. Tί ν’ ακούσεις όμως με αυτή τη βουή.

— Ε, κυρ Μιχάλη, τού λέω, δεν είναι βέβαια όπως στον τόπο μας, ζούμε όμως καλά. Όλοι μαζί οι παληοί γείτονες, τα παιδιά, τα κορίτσια, γεροί, ταχτοποιημένοι σε δουλειές.

— Ναι ναι, έκανε ο κυρ Μιχάλης, αλλά ο τόπος σου, άλλο πράμα. Έστειλα και εφέτος ευχάς μέσω της Πατρίδος στους συμπολίτας μας, δεν ξέρω αν θα δημοσιευθούν.
— Γιά θυμήσου, μου λέει σέ λίγο, την Ανάσταση στον τόπο μας. Τί ψαλμωδίες ήταν εκείνες, τί κατάνυξις, τί χορωδίες. Σαράντα μέρες πιο μπροστά τα παιδιά έρχονταν κάθε απόγευμα στο κουρείο καιτους δίδασκα το Χριστός Ανέστη. Άσε η άμιλλα περί τον στολισμόν των Επιταφίων.
— Ας πούμε δόξα τω Θεώ, κυρ Μιχάλη, του λέω, όλοι οι γείτονες μαζί, τα κορίτσια παντρεύτηκαν, ο Γιώργος απολύθηκε από τον Στρατό.
— Ναι ναι, συμφώνησε ο κυρ Μιχάλης. Πέρυσι, το παιδί υπηρετούσε σε μια στέπα εκεί πάνω κατά το Χέρσο, μου έστειλε τη Μεγάλη Βδομάδα ένα γράμμα, μου ράισε την καρδιά. Έτρεξα παντού, πήγα και στον Στέφανο, τί να σου κάνω, μου λέει, δεν είμαστε στα πράγματα.
Η πλατεία είχε γεμίσει, το πλήθος φαινόταν να ανήκει σε εκατοντάδες μικρές ομάδες τελείως άγνωστες μεταξύ τους, από τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ πηδούσαν βιαστικά οι καθυστερημένοι, μερικές οικογένειες έφθαναν με ταξί, πολύ λίγο μιλούσαν ανάμεσά τους.
— Να ο Μπελούσης, βγαίνει, έκανε ξαφνικά ο κυρ Μιχάλης και τεντώθηκε να
δει. Πώς γέρασε, ή φωνή δεν ακούγεται ευκρινώς, πού το παληό εκείνο μέταλλο,
έπρεπε τουλάχιστον να απαγορεύσουν τα λεωφορεία.
Οι ψαλμωδίες ζωήρεψαν, φάνηκαν τα πρώτα αναμμένα κεριά. Μέσα στο πανδαιμόνιο ο κυρ Μιχάλης πλησίασε τη γυναίκα του. Έσκυψε και τη φίλησε σταυρωτά στα μάγουλα. Ύστερα φίλησε τα παιδιά του, κατόπιν εμάς. Μας φιλούσε και έλεγε:
— Χριστός Ανέστη.
Και μεις τον φιλούσαμε και λέγαμε:
— Αληθώς Ανέστη.
Σε δέκα λεπτά η πλατεία άδειασε. Βαδίζοντας με δυσκολία πάνω στα στενά πεζοδρόμια, επιστρέψαμε χωρίς κέφι στα σπίτια μας.

1962,
Από τη συλλογή Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη