Τετάρτη, Μαρτίου 11, 2015

Δημήτρης Κανελλόπουλος: Ἕνα μαῦρο ὄνειρο…


Ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιά: Aurel Rău, Δημήτρης Κανελλόπουλος καὶ Petre Poantă, 
στὸ μπαλκόνι τοῦ περιοδικοῦ Steauă (Το Αστέρι), Φθινόπωρο 1988
Δημήτρης Κανελλόπουλος: Ἕνα μαῦρο ὄνειρο…
Ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὸ 14ο τχ. τοῦ Ὀροπεδίου

Μὲ δυσκολία ἀναπνέω.
Κάτι μὲ τραβάει πρὸς τὰ κάτω.

Ἀλ. Πούσκιν, 1799-1837

Ἀρχὲς Ὀκτώβρη τοῦ 2013, προσγειώθηκα, μετὰ ἀπὸ πτητικὲς περιπέτειες μιᾶς ὁλόκληρης μέρας, στὸ ἀεροδρόμιο Otopeni τοῦ Βουκουρεστίου. Τώρα τὸ ἔλεγαν ἀλλιῶς: Aeroport, Henri Coandă! Ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλάζουν οἱ τόποι! Τὸ ἀεροπλάνο, ἕνα ἑλικοφόρο της Ὀλυμπιακῆς, ἔφτασε πάνω ἀπὸ τὸ Βουκουρέστι κανονικά. Λόγῳ τῆς ὁμίχλης ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ προσγειωθεῖ. Γυρίσαμε στὴν Ἀθήνα καὶ ξαναπετάξαμε μετὰ ἀπὸ μία ὥρα. Τελικά, τὴν δεύτερη φορὰ προσγειωθήκαμε ἀλλὰ χάσαμε τὴν πτήση γιὰ τὸ Cluj. Μᾶς φιλοξένησαν στὸ Hotel Dorobanţi (δὲν μ’ ἀρέσει τὸ καινούργιο ὄνομά του!).


Ἡ νύχτα ἦταν γλυκιά, ἡ περιέργειά μου μεγάλη κι ἔτσι, ἄφησα τὸ ξενοδοχεῖο κι ἄρχισα νὰ περιφέρομαι στὴν λεωφόρο Magheru, παρατηρώντας πόσο εἶχε ἀλλάξει. Ἔφτασα μέχρι τὸ παλιὸ κτήριο τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ὑψηλὸ καὶ ἐπιβλητικὸ ξενοδοχεῖο Intercontinental. Πέρασα ἀπέναντι, στὸν περίβολο τοῦ ἐντυπωσιακοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου τῆς Ρουμανίας, τὸ ὁποῖο τὸ εἶχα ἀφήσει ἡμιτελὲς καὶ πῆρα τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.


Γύρισα ἀργὰ στὸ ξενοδοχεῖο καί, ἡ κούραση ἔσπρωχνε τὸν ὕπνο στὰ μάτια. Μισοντυμένος σχεδὸν ξάπλωσα καὶ κοιμήθηκα ἀμέσως. Ἡ ἔνταση τῆς ἡμέρας, ἡ κούραση μετὰ ἀπὸ τόσες ὧρες ταξίδι, ἡ ταλαιπωρία στὸ ἀεροδρόμιο γιὰ τὶς διατυπώσεις τῆς ἐπίλυσης τοῦ θέματος τοῦ ξενοδοχείου, τὰ τῆς αὐριανῆς πτήσεως, ἀλλὰ κι ὁ νυχτερινὸς περίπατος μὲ εἶχαν ἐξουθενώσει, κι ὁ θεὸς τοῦ ὕπνου, μὲ πῆρε στὴν ἀγκαλιὰ του ὀδηγώντας με νοερά, ἐκεῖ ποὺ πρωτίστως ἐγὼ ἤθελα νὰ πάω…



Αἰφνιδίως βρέθηκα στὸ Cluj. Δὲν ἀντελήφθην τὴν ἐποχή. Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι φοροῦσα ἕνα παλιό, μαῦρο, μάλλινο σακάκι κι ἐπειδή, ἀντὶ γιὰ κινητὸ κρατοῦσα ἕνα πακέτο Καρέλια μαζὶ μ’ ἕναν ἀναπτήρα, ἐνῶ ἔχω κόψει τὸ κάπνισμα τώρα καὶ τρία χρόνια, εἶχα τὴν αἴσθηση πὼς εἶχα γυρίσει πίσω στὰ χρόνια τῆς φοιτητικῆς μου ζωῆς. Περπατοῦσα στὴν strada Victor Babes, κι ἐκεῖ στὴν ἀρχή της, μόλις ἔμπαινα στὴν πλατεία μπροστὰ στὴν Casă de Cultură τῶν Φοιτητῶν, βλέπω νὰ σταματᾶ ἕνα παλιὸ Dacia 12TLS, κι ἀπὸ μέσα νὰ βγαίνουν ὁ Petre καὶ ὁ Sandu. Κρατῶ λίγο τὸν βηματισμό μου. Σκέφτομαι πονηρά: ἄραγε ποῦ νὰ εἶχαν πάει τὰ χαμίνια, ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεριὰ τῆς πόλης, τέσσερις ἡ ὥρα τὸ ἀπόγευμα; Αὐτὴν τὴν ὥρα καὶ ἡ δυό τους ἔπρεπε «νὰ ἀναπαύονται» κανονικά! Νὰ ἀπολαμβάνοουν τὴν σιέστα τους… Προφανῶς, κάπου μπεκρούλιαζαν…

—Γιὰ νὰ δῶ, θά πᾶνε στὴν Arizona; μονολόγησα…

Τοὺς ἄφησα νὰ βαδίζουν δέκα, δεκαπέντε μέτρα πιὸ μπροστά. Δὲν μιλοῦσαν. Παρατήρησα ὅτι ὁ Petre, εἶχε ἀδυνατίσει πολὺ καὶ βάδιζε μὲ κάποια δυσκολία, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ Sandu νὰ τὸν προσπερνᾶ καὶ κάθε λίγο νὰ συγκρατεῖ τὸν βηματισμό του ὥστε νὰ συγχρονίζεται μαζί του. Διέσχισαν τὴν ὁδὸ Republicii καὶ ἄρχισαν νὰ κατεβαίνουν τὴν ὁδὸ Napoca πρὸς τὸ κέντρο. Ὁ ἀναιμικὸς φθινοπωρινὸς ἥλιος ποὺ πλημμύριζε τὴν Piaţă Păcii, μπροστὰ στὴν Casă de Cultură, κρυβόταν τώρα ἀπὸ τὸ ψηλὸ γωνιακὸ κτίριο τῆς ὁδοῦ Republici, στὴν συμβολή της μὲ τὴν ὁδὸ Napoca.

Ἔφτασαν στὸ Ἰνστιτοῦτο Ἱστορίας κι ἔστριψαν δεξιά. Πρὸς στιγμὴν τοὺς ἔχασα. Κατάλαβα ὅμως τὸν προορισμό τους.

Αὐτὴ τὴν ὥρα πιάνει ψύχρα κι ἔτσι ἐπιτάχυνα τὸ βῆμα. Λιγοστὸς κόσμος στὸν δρόμο. Ἐκεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ bar de zi, πάνω ἀπὸ τὴν bodega, γωνία τῶν ὁδῶν Napoca μὲ Fortareţei, μιὰ νεαρὴ τσιγγάνα, μοῦ ἔτεινε ἕνα ματσάκι μὲ μπλὲ λουλουδάκια.

—Ἕνα λέου, εἶπε.

Τὴν προσπέρασα καὶ φτάνοντας στὴν ἄλλη γωνία τοῦ Ἰνστιτούτου, στὴν ὁδὸ

Inocentiu Micu Klein, τὸ μάτι μου, τοὺς πρόλαβε καθὼς ἔστριβαν ἀριστερά, στὴν stradă Univeritati. Μὲ βεβαιότητα, εἶπα μέσα μου, πᾶνε στὴν Ἀριζόνα! Τρίτη ἀπόγευμα… Ἂν εἶναι δυνατόν. Ποτὲ δὲν τὸ ἔχουν κάνει!

Ὅταν ἔφτασα στὴν ὁδὸ Universităţi, ὁ Sandu, ἔκανε νὰ περάσει χωρὶς νὰ κοιτάξει ἂν ἔρχονται αὐτοκίνητα. Ὁ Petre τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ μανίκι τοῦ τζὶν μπουφὰν ποὺ φοροῦσε. Κοίταξε ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄλλη καὶ μὲ προσοχὴ τὸν ὁδήγησε ἀπέναντι, στὸ μεγάλο βιβλιοπωλεῖο Librarie Universităţi. Πάντα ἐπέμενε πὼς πρέπει νὰ προσέχει κανείς, ὅταν διασχίζει ἕναν δρόμο. Κοίταξαν γιὰ λίγο τὶς βιτρίνες τοῦ βιβλιοπωλείου. Ὕστερα προχώρησαν, ἔφτασαν στὴν καφετέρια, ἔσπρωξαν τὴν ξύλινη, δίφυλλη πόρτα καὶ μπῆκαν στὴν Arizona. Τότε διέσχισα κι ἐγὼ τὸν δρόμο, μ’ ὅλη τὴν ἔλλειψη κινδύνου ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς ἕλληνες, ὅπως ἔλεγε συχνὰ ὁ Petre, ἀπ’ ἐκεῖ ποὺ βρισκόμουν, προκαλώντας τοὺς ὁδηγοὺς οἱ ὁποῖοι ἔρχονταν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Πανεπιστημίου κι ἄρχισαν νὰ μὲ βρίζουν.

Ἕνα ἐλαφρὺ βοριαδάκι, μοῦ χάιδεψε τὸ πρόσωπο. Τὸ ρολόι τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ, χτύπησε καὶ μισή. Στὴν ἄλλη γωνία, μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ βιβλιοπωλείου Librariă Universităţi, μοῦ φάνηκε πὼς συζητοῦσαν ὁ Δημήτρης Δεληγιάννης μὲ τὸν Petre, ποὺ μόλις δύο λεπτὰ πρὶν εἶχε μπεῖ μὲ τὸν Sandu  στὴν καφετέρια…. Ὕστερα, ὁ Δεληγιάννης τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ μπράτσο καὶ ἔστριψαν πρὸς τὴν ὁδὸ Petru Groza… Κοίταξα ἀπὸ τὸ τζάμι τῆς Arizona καὶ εἶδα τὸν Sandu νὰ κάθεται ὁλομόναχος στὴν γνωστὴ θέση, θλιμμένος. Μπροστά του βρίσκονταν δυὸ κοῦπες καφέ…



Πετάχτηκα πάνω ἀπὸ τὸν ἐκνευριστικὸ ἦχο τοῦ τηλεφώνου… Στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γραμμῆς, ἡ εὐγενικὴ ὑπάλληλος τῆς ρεσεψιόν, εἶπε:

—Καλή σας μέρα… πρέπει νὰ σηκωθεῖτε, τὸ ταξὶ θὰ σᾶς περιμένει σὲ μισὴ ὥρα γιὰ τὸ ἀεροδρόμιο….



Στὸ ἀεροδρόμιο Avram Iancu(!) τοῦ Cluj, μὲ περίμενε ὁ Ovidiu μὲ τὴν Μαρία. Καθὼς ἀνεβαίναμε πρὸς τὸ Gheorgheni, ὁ Ovidiu εἶπε:

 —Ξέρεις Δημητράκη, ὁ Petre, δὲν ὑπάρχει πιά… Ἔφυγε πρὶν ἀπὸ δέκα μέρες περίπου… Εἴπαμε νὰ μὴ στὸ κοινοποιήσουμε… Τώρα πίνει καφὲ στὸν Παράδεισο μαζὶ μὲ τὸν Δημήτρη Δεληγιάννη, καὶ συζητοῦν γιὰ τὸν El Greco… Ὁ Sandu εἶπε, νὰ μὴν κανονίσεις τίποτε γιὰ αὔριο τὸ πρωί, θὰ πᾶμε μαζὶ στὸ κοιμητήρι, νὰ τοῦ ἀνάψουμε ἕνα κερί…

Ὁ ἀγαπημένος μου φίλος Petre Poanta γεννήθηκε στὶς 7 Ἀπριλίου 1947, Cerișor, τοῦ νομοῦ Hunedoară, εἶναι ἕνας σπουδαῖος διανοούμενος. Πνεῦμα ὀξὺ καὶ καθαρό, συμμετεῖχε ἀπὸ πολὺ νέος στὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς συμπρωτεύουσας τῆς Ρουμανίας Cluj Napoca. Ἐμφανίστηκε στὰ γράμματα τὸ 1966, στὸ λογοτεχνικὸ περιοδικὸ τοῦ Cluj, «Tribuna» τὸ 1966, μὲ τὴ μετάφραση ποιημάτων τοῦ Gheorg Trakl. Πῆρε μέρος ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ (1968), στὴν ἵδρυση τοῦ «αἱρετικοῦ» περιοδικοῦ «Echinox» μαζὶ μὲ τοὺς σπουδαιότερους νέους διανοούμενους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους δοκιμιογράφους καὶ κριτικοὺς τῆς Λογοτεχνίας, τῆς γενιᾶς του. Ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ στὶς 7 Σεπτεμβρίου τοῦ 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: